http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=137:dimitris-geros&catid=61:eikastika&Itemid=109

    DIASTIXO.GR

    11 JULY 2012

    -------------------------

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΡΟΣ

    Τετάρτη, 11 Ιούλιος 2012 21:27

    ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

    συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Μπούρα

    Ο Δημήτρης Γέρος αποκαλύπτει στιγμιότυπα από το δικό του φωτογραφικό ταξίδι προς την καβαφική «Ιθάκη» με αφορμή την κυκλοφορία του υπέροχου λευκώματος Dimitris Yeros, Shades of Love – Photographs inspired by the poems of C. P. Cavafy.

    Πρώτα διαλέξατε τα ποιήματα και μετά τους «ήρωες» που θα τα ενσαρκώσουν ή μήπως κινηθήκατε αντίστροφα; Από τα μοντέλα δηλαδή προς τα ποιήματα;

    Πρώτα έβλεπα ποια ποιήματα μου έδιναν εικόνες που να μπορούν να γίνουν φωτογραφίες, αυτόνομες και ανεξάρτητες, ακόμα και για εκείνον που δε γνωρίζει τα συγκεκριμένα ποιήματα του Καβάφη, που να μη χρειάζονται δηλαδή την υποστήριξη των στίχων για να είναι κατανοητές και να υπάρξουν. Μετά αναζητούσα τα κατάλληλα μοντέλα.

    Πρέπει εδώ να σας πω –το λέω άλλωστε και στον επίλογο του βιβλίου μου– ότι φρόντιζα να επιλέγω «μοντέλα» που να έχουν κάποια σχέση είτε με τον ποιητή είτε με την ποίησή του. Δηλαδή επέλεξα ένα γνωστό γκέι ποιητή, τον Richard Howard, για να μπει στη θέση του Καβάφη, έναν πραγματικό γλύπτη, τον Arman, για να υποδυθεί τον Τυανέα, το γλύπτη του ποιήματος, τον Gabriel Garcia Marquez με την περιπετειώδη ζωή για την «Ιθάκη», τον Jeff Koons με τα χαζοχαρούμενα ποπ έργα για το «Σπίτι με κήπο» και ούτω καθεξής.

    Ακόμα και για το ποίημα «Στου καφενείου την είσοδο» επέλεξα να κάνω τη φωτογράφιση στο γνωστότερο γκέι καφέ της Νέας Υόρκης, το Factory, όπου νομίζω θα σύχναζε και ο Καβάφης, αν ζούσε σήμερα εκεί. Δεν ξέρω αν πρωτοτύπησα και πόσο επέτυχα, πάντως ήταν πολύ δύσκολη και κουραστική η όλη προσπάθεια. Επειδή ακριβώς δεν έβρισκα τα κατάλληλα μοντέλα, γι’ αυτό περιορίστηκα στα 67 ποιήματα που, ούτως ή άλλως, είναι πολλά για ένα φωτογραφικό βιβλίο.

    Τώρα, δώδεκα χρόνια μετά, κρατώντας στα χέρια σας αυτό το λεύκωμα νιώθετε σαν να φτάσατε στη δική σας φωτογραφική «Ιθάκη»;

    Δεν υπάρχει πραγματική «Ιθάκη». Υπάρχουν φανταστικές «Ιθάκες» και είναι οι στόχοι που βάζουμε ελπίζοντας πως αν τους επιτύχουμε, θα ικανοποιηθούμε.

    Σχετικά με το βιβλίο μου, ναι, καλώς ή κακώς πάντως έφτασα, και όπως για τον Καβάφη, έτσι και για μένα αυτό που αποδείχθηκε ενδιαφέρον δεν ήταν η άφιξη στην «Ιθάκη» αλλά το περιπετειώδες και καταπληκτικό ταξίδι.

    Θα ριχνόσασταν ξανά στην ίδια ή σε ανάλογη περιπέτεια;

    Ξαναρίχτηκα και ήδη έχει δρομολογηθεί να εκδοθεί ακόμα ένα φωτογραφικό βιβλίο μου, πάλι στην Αμερική. Πρόκειται για ένα ποιητικό κείμενο που είχε γράψει πριν από χρόνια ο Edward Albee για μια φωτογραφία μου και το οποίο εν συνεχεία με ενέπνευσε για να κάνω κι άλλες φωτογραφίες.

    Διαβάζετε σύγχρονη ποίηση;

    Φυσικά και διαβάζω ποίηση. Πολλοί από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και αρκετοί ξένοι είναι φίλοι μου. Πιστεύω ότι έχουμε εξαιρετικούς ποιητές, καλύτερους από πολλούς ξένους. Δυστυχώς όμως, απ’ τη μια η συνήθως ελληνοκεντρική θεματογραφία τους κι απ’ την άλλη η πολύ ωραία και πλούσια γλώσσα που έχουμε δε βοηθάνε για να μεταφραστούν ώστε να τους μάθουν και εκτός Ελλάδος. Αλλά νομίζω πως και οι ίδιοι οι ποιητές δεν προσπαθούν να ξεπεράσουν τα σύνορα. Κάποιοι από αυτούς έχουν βάλει στόχο τα πενιχρά και κατασκευασμένα κρατικά βραβεία και, επαναπαυόμενοι, προτιμούν τις συναθροίσεις σε μαγειρεία των Εξαρχείων αντί του διεθνούς στίβου. Απ’ την άλλη η ποίηση, διεθνώς, δεν πουλάει όπως συμβαίνει με την πεζογραφία και δεν έχει εμπορικό ενδιαφέρον για τους εκδότες. Φαντάζομαι να γνωρίζετε κι εσείς από πρώτο χέρι ότι οι εκδότες είναι σκέτοι έμποροι, άπαντες. Κανείς δεν εκδίδει ένα βιβλίο επειδή είναι καλό αλλά επειδή θα οικονομήσει. Όμως τα γράμματα και οι τέχνες εξαρτώνται κυρίως από τους εμπόρους. Αν ο έμπορος-εκδότης εισπράττει από τα βιβλία σου, τότε σε διαφημίζει, σε προωθεί, σε οδηγεί στα βραβεία. Κάποτε έλεγα στον Λευτέρη Πούλιο ότι δεν έχω πια καμιά ελπίδα να γίνω Πικάσο, εννοώντας τη φήμη του Πικάσο. Και μου απάντησε: «Μα αυτό δεν εξαρτάται από εσένα!»

    Πόσο τολμηρή θεωρείται σήμερα η φωτογράφιση του αντρικού γυμνού σε τρυφερές ομοφυλοφιλικές ερωτικές στάσεις; Είναι κάτι ξεπερασμένο ή μήπως έχει πολλά ακόμα να μας δώσει;

    Μου είπαν μερικοί ότι το βιβλίο μου είναι τολμηρό. Εγώ πιστεύω ότι τα ποιήματα είναι τολμηρότερα των φωτογραφιών. Για την εποχή δε και τη χώρα στην οποία γράφτηκαν θα πρέπει να ήταν και προκλητικότατα.

    Έλληνες λογοτέχνες, φίλοι μου, συνομήλικοί μου, που γράφουν και κριτικές σε μεγάλες εφημερίδες, αλλά και δημοσιογράφοι, μου είπαν ότι το ελληνικό κοινό δεν είναι έτοιμο ακόμη για τέτοια βιβλία και όχι μόνο δε δημοσίευσαν λέξη γι’ αυτό αλλά ούτε ένα μπιλιέτο δε μου έστειλαν. Και ξέρω ότι οι ίδιοι στέλνουν γράμματα σε δεύτερους και τρίτους ομοτέχνους τους για να τους ευχαριστήσουν ή να υμνήσουν τα λογοτεχνικά τους κατορθώματα αλλά σ’ εμένα τίποτα. Μα τόσο ανόητοι είναι; Νομίζουν ότι άμα γράψουν για το βιβλίο μου, θα χαρακτηριστούν; Μόνον η Ελισάβετ Κοτζιά έγραψε δυο λόγια στην Καθημερινή, αλλά αυτή, βλέπεις, είναι γυναίκα και δε φοβάται μήπως την πούνε «πούστη»!

    Α, έγραψε κι ο θαρραλέος Ντίνος Χριστιανόπουλος.

    Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, κυρίως ξένοι, και ήταν πολλοί αυτοί, που δεν τους άρεσε γιατί δεν το βρήκαν καθόλου τολμηρό και περίμεναν να δουν όργανα εν στύσει και εν χρήσει. Με άλλα λόγια, να δουν απροκάλυπτα ό,τι περίπου λένε οι στίχοι. Αλλά, δυστυχώς, δεν μπορώ να δημιουργώ σύμφωνα με τα πρότυπα των διάφορων άσχετων με τη φωτογραφία λογοτεχνών εξ επαρχίας που ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ για να δείχνουν τάχα μου προοδευτικοί, ενώ στην πραγματικότητα είναι οι πατριάρχες της συντήρησης, αλλά ούτε και σύμφωνα με τις διαστροφές των ανικανοποίητων και κατά συρροήν απορριφθέντων γκέι.

    Σε έναν πολιτισμό που μας κατακλύζει καθημερινά με πολυάριθμες εικόνες, ποια είναι η συνεισφορά και ο ρόλος του φωτογράφου; Είναι θέση εξουσίας και δύναμης; Ή μήπως ο καλλιτέχνης ασφυκτιά μέσα σε τόση φωτορύπανση (επιτρέψτε μου το νεολογισμό);

    Νομίζω πως υπάρχουν δύο ειδών φωτογράφοι: αυτοί που καταγράφουν τα γεγονότα και την καθημερινότητα και αυτοί που κάνουν τέχνη. Υπάρχουν καλοί φωτογράφοι που συχνά καταγράφουν τα γεγονότα με καλλιτεχνικό τρόπο και ωραία αισθητικά αποτελέσματα και αρκετοί, πιστεύω οι περισσότεροι, κακοί καλλιτέχνες που δημιουργούν απαίσιες φωτογραφίες. Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που κάνουν γάμους και βαφτίσια, αλλά δεν υπολογίζονται. Πάντως με τόση και τόσο προσιτή τεχνολογία είναι γεγονός πως κατακλυζόμαστε από φωτογραφικά σκουπίδια. Ο καθένας πια μπορεί να τραβάει φωτογραφίες. Υπάρχουν καλλιτέχνες που είναι απαράδεκτοι και τεχνοκριτικοί ακόμα χειρότεροι που τους υποστηρίζουν. Ένα κακοφωτογραφημένο αποτσίγαρο του δρόμου μπορεί να γίνει, για τον πρωτοπόρο της βλακείας τεχνοκριτικό, θέμα διατριβής! Υπάρχουν πλήθος τέτοιοι ατάλαντοι, ανίκανοι και τεμπέληδες που δημιουργούν παρέες και κυκλώματα, υποστηρίζουν με σθένος ο ένας τον άλλον, τρέχουν παρακαλώντας να συμμετάσχουν στις διάφορες, και εντελώς αδιάφορες πια, μπιενάλε και επειδή οι γκαλερί δε θέλουν τη δουλειά τους, γιατί κανέναν δεν ενδιαφέρει και κανείς δεν την αγοράζει, αυτοί νομίζουν ότι είναι εκτός κυκλώματος και πολεμούν περιχαρακωμένοι στον σαθρό δικό τους κόσμο με ξύλινα σπαθάκια εναντίον του κυκλώματος που τελικώς υπάρχει μόνο στη φαντασία τους.

    Αλλά το ξαναείπα, όλα είναι εμπόριο και χρήμα. Αυτό είναι και το μόνο κύκλωμα: άμα πουλάς, τότε εκθέτεις. Όταν ο έμπορος-γκαλερίστας κερδίζει, τότε αυτός θα πείσει και τον τεχνοκριτικό και τον μισθοσυντήρητο επιμελητή και διευθυντή μουσείου να σε προσέξει, να σε προωθήσει και να σε βραβεύσει.

    Γιατί, εκτός από τις φωτογραφίες για τα ποιήματα του Καβάφη, δεν εκθέτετε και τις άλλες φωτογραφίες σας στην Ελλάδα;

    Γιατί δεν έχω χρόνο για να κάνω πολλές εκθέσεις και προτιμώ να τον διαθέτω για να κάνω έργα. Αλλά πού να εκθέσω εδώ τις φωτογραφίες μου και με ποιους όρους; Η φωτογραφία δεν έχει γίνει ακόμη στην Ελλάδα αποδεκτή ως εικαστικό έργο και επομένως δεν έχει κέρδη για τους γκαλερίστες. Πρέπει λοιπόν να γίνω ένας από τους αυλικούς των διευθυντών κάποιων οργανισμών και «μουσείων», και να πληρώσω κι από πάνω τα παραφουσκωμένα έξοδα της έκθεσης. Αυτά δεν ήταν ποτέ του τύπου μου.

    Το να είσαι ποιητής στους σύγχρονους, κρίσιμους καιρούς μας είναι δονκιχωτικό. Το να είσαι φωτογράφος πώς είναι;

    Το ίδιο και χειρότερο, γιατί για τους ποιητές τουλάχιστον όλοι ξέρουν ότι είναι εγγράμματοι και υποθέτουν πως μοχθούν κάπως για να γράψουν ένα ποίημα. Αντιθέτως, για τους φωτογράφους, κυρίως στην Ελλάδα, νομίζουν ότι είναι ένα είδος αστοιχείωτων τεχνιτών που όλα τα κάνουν μ’ ένα απλό κλικ. Δε φαντάζονται πόσο μόχθο θέλει για να γίνει μια καλή φωτογραφία και πόσο χρονοβόρα ασχολία είναι. Ευτυχώς στο εξωτερικό τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα και η θέση της φωτογραφίας συνεχώς εδραιώνεται.

    Ποια είναι για εσάς τα διακριτά όρια ανάμεσα στην ερωτική τέχνη και την πορνογραφία; Ή μήπως δεν υπάρχουν;

    Έχω δει σε ταινία τον Jeff Koons και την πορνοστάρ Τσιτσιολίνα να κάνουν τα πάντα στο σεξ και να τα δείχνουν όλα πεντακάθαρα. Ο Koons υποστηρίζει ότι αυτό που έκανε ήταν έργο τέχνης, εγώ λέω πως ήταν απλώς πορνό, γιατί όσο και να ήθελε εκείνος η εκδιδόμενη Τσιτσιολίνα τον ανέτρεπε όχι λόγω των πράξεων αλλά λόγω του ταμπεραμέντου και του χαρακτήρα της, αφού ως εκδιδόμενη δεν μπορεί παρά να επιδείξει αυτό που μόνον έχει: το φτηνό και χυδαίο. Ε, αυτό το συγκεκριμένο πορνογράφημα το έχουμε δει σε διάφορα μουσεία ως τέχνη. Αλλά τουλάχιστον αυτό ήταν υπερπαραγωγή με τα όλα της και οι πρωταγωνιστές ήταν ωραιότατοι και όχι σαν εκείνο τον Έλληνα φουκαράκο-καλλιτέχνη της επαρχίας, που τον χώνει σε… καρπούζι.

    Αντιμετωπίζετε συχνά τη στενομυαλιά των «τα φαιά φορούντων» (για να θυμηθούμε τον Καβάφη); Σας έχει βάλει σε περιπέτειες (δικαστικές ή άλλες) η εμμονή σας με το αληθινό; Πιστεύετε ότι ζούμε σε μια υποκριτική και σεμνότυφη εποχή; Ξαναγυρίζουμε στο Μεσαίωνα ή μήπως λάμπει στο εγγύς μέλλον μια νέα Αναγέννηση;

    Με έχει βάλει κατά κάποιον τρόπο σε μπελάδες, αλλά όχι σοβαρούς. Για παράδειγμα όταν πριν από δεκατρία χρόνια έβγαλα το βιβλίο μου Θεωρία Γυμνού έχασα τους μισούς φίλους, και δυο τρεις «αδελφές» δημοσιογράφοι το χλευάσανε από φθόνο.

    Αλλά οι υποκριτές και οι σεμνότυφοι θα είναι πάντοτε μέρος της ζωής και της κοινωνίας. Όσο πιο καταπιεσμένος είναι κανείς, όσο περισσότερα προβλήματα έχει με τον ανδρισμό του, τόσο πιο άσχημα και βίαια θα αντιδρά. Όλοι αυτοί που κράζουν τους ομοφυλόφιλους είναι κάτι φασιστοειδή υποκείμενα που άμα τους εγγυηθείς πώς ό,τι κάνουν θα μείνει επτασφράγιστο μυστικό, θα ξεπεράσουν σε αίσχη ακόμα και την ίδια την Τσιτσιολίνα. Αυτά όμως όλοι τα ξέρουμε· οι μόνοι που αρνούνται να τα παραδεχτούν και που θα τους βοηθούσε πολύ αν το έκαναν είναι οι κακόμοιροι υποκριτές. Ο Μεσαίωνας λοιπόν και η Αναγέννηση θα υπάρχουν. Από μας εξαρτάται πώς θέλουμε να ζήσουμε. Ο Μεσαίωνας δυστυχώς είναι ακόμη πανίσχυρος, γι’ αυτό και οι γκέι κάνουν παρελάσεις και επιδεικνύονται. Είναι ένα είδος αντίδρασης, να δείξουν πως υπάρχουν, πως είναι ένα μεγάλο και ενεργό μέρος της κοινωνίας. Και μην ξεχνάτε πως στην προοδευτική, υποτίθεται, Νέα Υόρκη οι γκέι ζούνε ακόμη απομονωμένοι!

    Ποια είναι η εικαστική σας αντίληψη για τον Ερμαφρόδιτο ως σύμβολο συνένωσης των αντιθέτων; Στην αρχαιότητα υπήρχαν πολλά αγάλματα δίφυλων όντων και ο Σεφέρης μιλά για «τον κοίλο Ερμή και την κυρτή Αφροδίτη». Τι φταίει και πέρασε αυτή η ύψιστη συμβολοποίηση της αθάνατης Ψυχής στην πλήρη εικαστική ανυποληψία;

    Οι εικαστικοί καλλιτέχνες, και μάλιστα οι περισσότερο ταλαντούχοι, παλαιότερα ήταν στην υπηρεσία κάποιου ηγεμόνα. Σήμερα είναι κυρίως στην υπηρεσία των εμπόρων. Έργα με τέτοια θεματογραφία δε νομίζω ότι θα είχαν εμπορικό ενδιαφέρον κι επομένως δε γίνονται. Αλλά πόσοι σύγχρονοι καλλιτέχνες σήμερα νομίζετε ότι γνωρίζουν ποιος είναι ο Ερμής και ποια η Αφροδίτη; Οι περισσότεροι δε γνωρίζουν καν την ανάμειξη των χρωμάτων και περιμένετε να ασχοληθούν με τέτοια θέματα;

    Είστε ικανοποιημένος από τη μέχρι τώρα πορεία σας; Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον; Δουλεύετε με προοπτική; Είστε του προγράμματος;

    Όχι, δε θα έλεγα πως είμαι ικανοποιημένος από την πορεία μου. Καμιά φορά ίσως και να είμαι, αλλά είναι τόσο μικρή η ικανοποίηση, που δεν την πολυκαταλαβαίνω.

    Αν όμως άρχιζα τώρα, μάλλον θα ξεκίναγα με άλλο τρόπο. Δεν εννοώ ότι θα έκανα βίντεο και τέτοιες ευκολίες, γιατί κι αυτά τα έκανα γύρω στο 1975-1980, στην ώρα τους δηλαδή.

    Γενικώς δουλεύω με πρόγραμμα και προοπτική γιατί έχω πολλές υποχρεώσεις με τις γκαλερί και δεν μπορώ να είμαι «χύμα». Αλλά, ενδιαμέσως, όταν αισθανθώ ότι η ασφυξία πλησιάζει, τα παρατάω όλα και κάνω αυτό που με ευχαριστεί και με ανανεώνει. Έχω εφεύρει μια καλή δικαιολογία: λέω ότι ξαφνικά έπαθα ένα ατύχημα, ότι αρρώστησα, και μπήκα στο νοσοκομείο για μερικές ημέρες. Επομένως δεν μπορώ να ανταποκριθώ σε καμιά υποχρέωση κι έτσι βγαίνω από την ασφυξία.

    Πού πάει η ζωγραφική σήμερα; Ξεφύγαμε ανεπιστρεπτί από την παραστατικότητα του ανθρώπινου γυμνού; Υπάρχουν μεγάλοι σύγχρονοι ζωγράφοι που λατρεύουν με το χρωστήρα και τη ματιά τους το ανδρικό σώμα;

    Φοβάμαι πως οι λίγοι ζωγράφοι που έχω δει να ασχολούνται στις μέρες μας με το ανδρικό γυμνό είναι μάλλον ασήμαντοι. Συνήθως ασχολούνται μ’ αυτό σε μεγάλη ηλικία, γιατί τότε νιώθουν πιο ασφαλείς, και καθώς είναι στερημένοι και πια δεν τους ποθούν, παρασύρονται από το πάθος τους για το σώμα και χάνουν τον έλεγχο της ζωγραφικής. Πρέπει να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι σε ξένους ζωγράφους και όχι σε Έλληνες που μάλλον δε γνωρίζω καλά.

    Αν αρχίζατε σήμερα ως εικαστικός καλλιτέχνης και πηγαίνατε σε μια Σχολή Καλών Τεχνών, ποιον θα διαλέγατε για δάσκαλό σας;

    Τον Ντα Βίντσι, τον Μποτιτσέλι και τον Νταλί.

    Η καλλιτεχνική φωτογραφία διδάσκεται; Ή μήπως αρκεί η γνώση της τεχνικής, που μπορεί να μεταδοθεί από ένα μάστορα του είδους;

    Η γνώση της τεχνικής είναι οπωσδήποτε απαραίτητη αλλά δεν αρκεί για να κάνει μια φωτογραφία καλλιτεχνική. Όπως σε όλα τα είδη της τέχνης, το «καλλιτεχνικό» είναι η ανεπανάληπτη συνεισφορά του καλλιτέχνη και είναι «προϊόν» της έμπνευσης, που δε διδάσκεται. Αντίθετα με τη λογοτεχνία, όπου κάτι τέτοιο είναι εύκολα αναγνωρίσιμο και σαφές, στη φωτογραφία σήμερα επικρατεί μεγάλη σύγχυση, κυρίως λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, όπου τα προγράμματα και οι αυτοματισμοί στις σύγχρονες ψηφιακές μηχανές κάνουν προϊόντα αδαών να φαίνονται στους αδαείς «καλλιτεχνικά».

    Σας ευχαριστώ πολύ για την εποικοδομητική συνομιλία μας.

    Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

    (Το βιβλίο διανέμεται στην Ελλάδα από τον Χριστάκη, Ιπποκράτους 10, Αθήνα, τηλ.: 210 3607876)

    diastixo 02

    Shades of Love
    photographs inspired by the poems of C. P. CAVAFY
    Dimitris Yeros
    translated from the Greek by David Connolly,
    foreword by Edward Albee,
    introduction by John Wood,

    Insight Editions, San Rafael, California, hardcover,
    170 pages,
    9,25*12,75 inches.

    http://usa.greekreporter.com/2012/04/11/dimitris-yeros-shades-of-love/

    GREEK REPORTER, USA

    shades.jpg

    The book Shades of Love, with photographs of renowned painter and photographer Dimitris Yeros has made it to the shortlist of top ten books honored by the American Library Association’s Over the Rainbow Books.

    The 170-page long collection of photographs inspired by the classic poems of one of Greece’s greatest writers, Constantine P. Cavafy, has been out in bookstores for a year now by Insight Editions, California.

    Yeros has produced nearly seventy photographic illustrations using a mixture of models and fellow members of the artistic community.

    The books’ foreword belongs to Edward Albee, one of the most important contemporary American dramatists, and the introduction to American poet and arts reviewer John Wood. According to the latter, there is “certainly no contemporary photographer more poetic in the larger contexts of the term than Dimitris Yeros is, but he is also poetic in the smallest and most technical contexts, as well. In these photographs he does not focus on the complete poem, Cavafy’s full narrative of the event, but on its most shimmering moment. These photographs then are synecdoches, classic poetic and rhetorical figures in which a part is used to suggest the whole….Yeros has created one of the most lyrical evocations of masculinity within the photographic arts.”

    Being an admirer of Cavafy’s work, Yero’s photographs in Shades of Love were taken over several years in which the artist worked with models from a group of, as he puts it, “friends and acquaintances whose life or work was somehow connected with Cavafy.”

    Among Yeros’s models are prominent members of the artistic community such as Jeff Koons, Gabriel Garcia Marquez, Gore Vidal, Tom Wesselmann and Clive Barker – these notable names springing from the idea to use “people from the world of letters and the arts…who knew and admired Cavafy’s poetry.”

    In addition to its visual richness, the book presents new English poetic translation of Cavafy by David Connolly, award-winning translator and professor of translation at the Aristotle University of Thessaloniki.

    Dimitris Yeros was born in Greece. He was one of the first artists to present Performances, Body Art, Video Art, and Mail Art in Greece. He has had 52 individual exhibitions in Greece and abroad. He has also participated in numerous international group exhibitions, Biennales and Triennales in many parts of the world. His collaborations include John Stevenson Gallery, and Throckmorton Fine Arts in New York, Holden Luntz gallery in Palm Beach, Vance Martin Fine Arts in San Francisco and Kapopoulos Fine Art in Athens.

    Numerous works by Dimitris Yeros are found in many private collections, national galleries and museums worldwide: Tate Britain, Gety-LA, International Center of Photography-New York, National Portrait Gallery-London, The British Museum-London, Museum Bochum-Germany, Musee des beaux-arts de Mobreal-Canada and elsewhere.

    C P Cavafy, Dimitris Yeros, photography collection, Shades of Love

    - See more at: http://usa.greekreporter.com/2012/04/11/dimitris-yeros-shades-of-love/#sthash.dE1nByNp.dpuf

    Kαθημερινή, 17-7-2011

    Ελισάβετ Κοτζιά

    ΛΕΥΚΩΜΑ

    DIMITRIS YEROS

    Shades of love

    Photographs inspired by the poems of C.P. Cavafy

    Insight Editions, σελ. 166

    Μια συναρπαστική συγχώνευση ποίησης και εικαστικής τέχνης. Φημισμένος καλλιτέχνης, ο Δημήτρης Γέρος εμπνέεται από την καβαφική ποίηση και απεικονίζει σε εβδομήντα φωτογραφικά έργα του αποχρώσεις της καβαφικής γραφής. Όπως και του Καβάφη, το κεντρικό θέμα της τέχνης του Δημήτρη Γέρου είναι η ομορφιά – η ομορφιά όπως την αντικρίζουμε στο ανθρώπινο σώμα και την αιχμαλωτίζουμε με τη βοήθεια της μνήμης και της τέχνης. Παρ’ ότι ο Γέρος επιδιώκει την έκκληση του αισθησιασμού στη φωτογραφία, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο σώμα. Όπως και στην ποίηση του Καβάφη, ο ουρανός, η γη και τα άνθη συνυφαίνονται μέσα στα ευρύτερα συμφραζόμενα του πόθου και του πάθους. Η αγγλική καβαφική μετάφραση έγινε από τον David Connoly. Tο λεύκωμα προλογίζει ο Edward Albee ενώ η εισαγωγή είναι του John Wood.

    Παναγιώτης Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ,

    Η Αυγή, 20/07/2008

    ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΚΑΡΑΒΟΥΖΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΡΟΣ

    Μέσα από μια θεωρία της επίδρασης διαβάζεις το έργο ζωγραφικής ως διπλό. Ξεφεύγεις από τον φορμαλισμό και εντάσσεις το έργο μέσα στην ιστορία. Η επίδραση είναι πάντα αγωνιστική, δύναμη για επικράτηση. Παίρνει ποικίλες μορφές. Η Αθηνά Σχοινά, επιμελήτρια της έκθεση αντιλαμβάνεται την επίδραση σαν "μια νοερή συνομιλία, ενός έμμεσου χαιρετισμού, μέσα από έναν εικαστικό λόγο νευμάτων που στέλνουν προς τους προγόνους της παλαιότερης γενιάς". Η φιλόδοξη έκθεση στο Ίδρυμα Κυδωνιέως έχει ακριβώς αυτόν ως στόχο της. Να προσδιορίσει τη σχέση δύο μεγάλων εικαστικών, του Σαράντη Καραβούζη και του Δημήτρη Γέρου με την παράδοση.

    Το έργο του Σαράντη Καραβούζη προσεγγίζεται στη σχέση με τον εικαστικό πρόγονό του, τον Τζιόρτζιο ντε Κίρικο. Στον Σαράντη Καραβούζη ο αινιγματικός χαρακτήρας του έργου αποκτά την ουσιαστικότητά του και την πληρότητά του. Για το έργο του ισχύει η διαπίστωση ότι έργα τέχνης που αποκαλύπτουν κάθε στοιχείο τους στον παρατηρητή δεν είναι έργα τέχνης. Μάλιστα, ο αινιγματικός τους χαρακτήρας δεν οφείλεται τόσο στην ανορθολογικότητά τους αλλά κυρίως στην ορθολογικότητα τους. Όσο πιο ορθολογικά κατασκευάζονται τόσο πιο ανάγλυφη είναι η αινιγματικότητά τους. Το πνεύμα μιας τέτοιας κατασκευαστικής αμφισημίας εντάσσει τον Καραβούζη στη μεταφυσική παράδοση. Αλλά και οι σκηνοθετικές λύσεις του Καραβούζη είναι παράλληλες με αυτές του προγόνου του. Για παράδειγμα, η πολλαπλή εστίαση του βλέμματος σε πολλά σημεία μέσα στο έργο είναι μια λύση που πρώτος έδωσε ο Ντε Κίρικο και διαφοροποιούσε το έργο του από αυτό της παράδοσης στην οποία το έργο έχει αυστηρή αρχή, μέση και τέλος.

    Οι ίδιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για το έργο του Δημήτρη Γέρου. Με τη διαφορά ότι εδώ οι σκηνοθετικές λύσεις που βρίσκει ο καλλιτέχνης θα αναχθούν στο πνεύμα του υπερρεαλισμού και κυρίως του Έλληνα εκπροσώπου του κινήματος, του Νίκου Εγγονόπουλου. Όποιος κατανοεί τα έργα του Γέρου με μια συνείδηση που εμμένει στενά στο πλαίσιό τους, μπορούμε να πούμε ότι αυτός τα κατανοεί και συγχρόνως δεν τα κατανοεί. Γιατί και σ’ αυτόν το αίτιο και το αιτιατό αποσυνδέονται αν και διατηρούν τη λογικοφανή συνοχή τους. Το οικείο ταυτίζεται με το παράδοξο ή το απρόβλεπτο. Και εδώ, όσο μεγαλώνει η κατανόηση τόσο εντονότερη γίνεται η αίσθηση ότι η κατανόηση δεν είναι επαρκής. Όσο καλύτερα κατανοεί κάποιος ένα έργο του Σαράντη Καραβούζη ή του Δημήτρη Γέρου τόσο πληρέστερα μπορεί το έργο να αποκαλύψει μια διάσταση της αινιγματικότητάς του αλλά, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, τόσο λιγότερο φωτίζει τη συστατική του αινιγματικότητα. Με τις έννοιες της ψυχολογίας θα λέγαμε ότι στο έργο του δεν ολοκληρώνεται το gestalt του, παραμένει ανοιχτό.

    Ο Δημήτρης Γέρος μάς θυμίζει, και εδώ θα εντοπιστεί η ουσιώδης συνάφεια του με τον υπερρεαλισμό, ότι η απαίτηση για εικαστικότητα στο όνειρο και με αυτήν την έννοια στο ίδιο το ασυνείδητο αποτελεί μία από τις βασικότερες συνιστώσες του. Ο Freud επισημαίνει πως το όνειρο "κάθε στιγμή πρέπει, για να διαφύγει από τη λογοκρισία, να βρει καινούργιες εξομοιώσεις, καινούργια σύμβολα γιατί τα παλιά έχουν καεί". Άλλωστε, μια συνεχής παραγωγή συμβόλων δεν αποτελεί το έργο του Γέρου;

    Ίδρυμα Κυδωνιέως, Χώρα-Άνδρου, Μέχρι 28 Σεπτεμβρίου 2008.

    art-in-america.jpg

    yeros-a-lesbos-diary.jpg­­­

    From July 2nd  to September 12th, 2020, Throckmorton Fine Arts, the New York City art gallery, presents for the first time some of the photographs that Dimitris Yeros has taken in the island of Lesbos during the past 30 years. 

    Photographs on display will include vintage silver prints and pigments  presenting landscapes, humans and nudes in various parts of the island where the artist has been spending his summers.

    Exhibition catalogue essay written by Vicki Goldberg.

    Dimitris Yeros is one of the most important Greek artists. His work can be seen at www.yeros.com

    So far there have been 58 individual exhibitions of his work in galleries and museums, in Greece and other countries, and he has also had a number of books published. 

    His book Shades of Love, inspired by poems of C.P. Cavafy with a foreword by Edward Albee and an introduction by John Wood, was included in the Top Ten list of the best books of 2011 selected by the American Library Association. The next book was Photographing Gabriel García Márquez with an introduction by Edward Lucie-Smith, and his most recent book is Another Narcissus, with a poem by Edward Albee and an introduction by John Wood (Phyllo, 2016). 

    Numerous works by Dimitris Yeros are to be found in private collections, national galleries and museums worldwide: Tate Britain, the International Center of Photography – New York, Maison Européenne de la Photographie – Paris, the National Portrait Gallery – London, the British Museum – London and elsewhere. 

    Regarding the photographs of this exhibition Dimitris Yeros remarks: 

    Lesbos is a Greek island at the edge of the Aegean, close to the Turkish coast. In recent years it has become more widely known because of the thousands of impoverished refugees and migrants who arrive there illegally in order to seek happiness in a European country.

    It has a long and noteworthy history. Inhabited since prehistoric times, Lesbos was the birthplace of great ancient poets such as Sappho, Alcaeus, Terpander and Arion.

    I happened to visit Lesbos in 1986 for a holiday, and it has since become my second home; it is where I prefer to spend my summers.

    Large, mostly abandoned, buildings from the previous century, traces of a once thriving community, unique historical monuments from different eras, landscapes that have hardly changed down the millennia and everyday people at work or leisure are some of the subjects I have captured. For city dwellers, my photographs of Lesbos may look like mementos from another era. However, this can also be true of recent photos taken by other photographers on other Greek islands or small inland villages, since most country dwellers remain untouched by the changes that have swept through the urban centers and, instead, are happy to maintain an older way of life. One can even see this on cosmopolitan islands such as Mykonos or Santorini as, once the first rains have driven the throngs of pleasure-seeking visitors away and the bars and discos have gone silent, the inhabitants return to their traditional, small-island ways.

    I have also photographed a good many male adolescents in the nude. Working sometimes in agrarian landscapes and sometimes in monuments, old buildings or ruins, I portray them in a manner reminiscent of the poses of ancient Greek statues. I must say that the photographs taken outdoors involved the greatest risk and had to be completed very quickly, before some passing local riding by on his donkey was provoked by the sight of a well-proportioned young man posing nude in the wilderness, bathed in the strong Greek sunlight. On one occasion, thanks to a shocked old woman farmer, I was hauled before the court for taking pictures such as these amidst the ruins of an ancient temple. I was acquitted. 

    Because fashions change almost every decade, my models may also look as though they belong to a bygone era — more so, since all but one were not professional models. Still, this may also make them more in tune with the provincial landscape.

    The oldest photograph in the exhibition dates from 1989. It is a self-portrait I took in a hurry, while naked, using a small camera and a small flashgun at the venerable Therma baths near Mytilene, the island’s capital.

    The first photos were taken using analog cameras of various sizes, though I started using digital cameras later on. Over the years in which I have spent part of my life on Lesbos, I have taken many hundreds of photographs and recorded every corner of the island. The gallery and I have chosen a few of these to include in this exhibition. They represent one of many interludes in my life and work—in my life, given I am a city dweller and a city lover; in my work, given that it largely consists of staged photographs I create in my Athens, New York or Mytilene studios.

    Image:
    Dimitris Yeros: A Lesbos Diary
    On the Rocks, 1999. Silver print 24X16 in

    MIAMI HERALD Photo collection 'Shades of Love' by Dimitris Yeros features male models, intro by Edward Albee

    Greek painter and photographer Dimitris Yeros has published an oversize photo collection inspired by the poems of C.P. Cavafy. The 170-page book features dozens of male models, many nude, including Miami Beach author David Leddick. Insight Editions, $75.

    Here's the news release and a few featured photos:

    From renowned painter and photographer Dimitris Yeros comes a collection of photographs inspired by the classic poems of one of the greatest writers of the 20th century: Constantine P. Cavafy.

    Yeros has produced nearly seventy photographic illustrations using a mixture of models and fellow members of the artistic community such as Gabriel Garcia Marquez, Gore Vidal, Carlos Fuentes, Jean Baudrillard, Duane Michals, Clive Barker, Chuck Close, and Jeff Koons as his subjects.

    In the book there are, also, several nude images of handsome, young men.

    The book, which was recently released in the US bookstores by “Insight Editions”, California, was introduced by John Wood while the foreword was written by Edward Albee.

    You can get a “taste” of the book in this link:http://www.yeros.com/shades.html

    In addition, a selection of these images was exhibited last December in Athens by the renowned Michael Cacoyannis foundation.

    You can see some aspect of the show here:www.youtube.com/dyerostudio

    These striking images bring out every nuance of Cavafy's writing with romance, intrigue, humor, despair, and eroticism each playing a part.

    In addition to its visual richness, the book presents new English poetic translations of Cavafy by David Connolly which are faithful to the original Greek works while bringing them to life for a new group of readers.

    Recognized as an artist who is always pushing boundaries and thinking of new, innovative ways to transform his photography, Dimitris Yeros saw now as the perfect time to match his photographs to some great poetry—namely, to a specially commissioned translation of some of C P Cavafy’s most powerful poems. Yeros combines the words of Greece’s best known poet with photographs—bringing the two art forms together on the page in a way rarely seen before.

    In Shades of Love, Yeros’s aim was to bring out the nuances of Cavafy’s poetry by creating images that replicated his words. To put it modestly, Yeros succeeds in fusing his photography with Cavafy’s poetry, but, as his fans will recognize, he pushes even further. This visionary artist takes these two art forms, blending them in a way that the reader will see what Yeros saw: that they were always meant to be together.

    Step into this brave world where poetry and photograph are fused in a boundless, complex collaboration that sets out to explore and blur the lines between light and dark, youth and age, seen and unseen.

    Certainly no contemporary photographer is more "poetic" in the larger contexts of the term than Dimitris Yeros is, but he is also poetic in the smallest and most technical contexts, as well.  In these photographs he does not focus on the complete poem, Cavafy's full narrative of the event, but on its most shimmering moment.  These photographs then are synecdoches, classic poetic and rhetorical figures in which a part is used to suggest the whole.  Poets utilize this device constantly, along with metonymy, in which a thing is replaced by something else that suggests it in richer or more complex ways.  Yeros's genius is to bring to photography, which is a fresh, young, not even two-centuries-old art, the techniques of the most ancient of arts.  And in so doing Yeros has created one of the most lyrical evocations of masculinity within the photographic arts.

    John Wood, from the Introduction

    Read more here: http://miamiherald.typepad.com/gaysouthflorida/2012/04/photo-collection-shades-of-love-by-dimitris-yeros-features-male-models-intro-by-edward-albee.html#storylink=cpy

    Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ

    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Χρήστο Νικολόπουλο

    Οι φωτογραφίες και οι πίνακες του Δημήτρη Γέρου ζουν στη φαντασία του θεατή πολύ καιρό μετά την πρώτη φορά που τους βλέπει. Ο εικαστικός και φωτογράφος μιλάει για τους μύθους της ζωής του, για τις δυνάμεις που προσδιορίζουν τη δημιουργικότητα και για τη φιλία του με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

    Φωτογραφικό έργο από την ενότητα «For a definition of the Nude». Οι γυμνές συνθέσεις του Δημήτρη Γέρου έχουν και κάτι από νεκρή φύση.

    Η σειρά φωτογραφιών «Dimitris Yeros photographing Gabriel García Márquez» κάνει τον γύρο του κόσμου. Τι έχετε κρατήσει εσείς από τη σχέση σας με τον Μάρκες και από την εμπειρία να τον φωτογραφίζετε; «Μου επιβεβαίωσε αυτό που πάντα ήξερα: τη σοβαρότητα, τη συνέπεια και το ήθος που πρέπει να έχουν ο καλλιτέχνης και ο πνευματικός άνθρωπος όταν εργάζονται. Πιστεύω πως ήταν μια φιλία κεραυνοβόλα, μέχρι που εμφανίστηκε το Αλτσχάιμερ και όλα άλλαξαν. Συχνά τον νοσταλγώ και θλίβομαι που έφυγε. Το βιβλίο που έκανα και οι εκθέσεις των φωτογραφιών είχαν εγκωμιαστικές κριτικές, αλλά η έκδοση δεν έγινε τελικά όπως την είχα σκεφτεί. Δεν πρόλαβα να κάνω και να προσθέσω περισσότερες φωτογραφίες. Οι ώρες των φωτογραφίσεων ήταν απολαυστικές και για τους δυο μας, κυρίως για εκείνον που το διασκέδαζε για τα καλά. Η δική μου ικανοποίηση ερχόταν αργότερα, όταν έβλεπα τα αποτελέσματα, γιατί κατά τη διάρκεια των λήψεων κοπίαζα και αγχωνόμουν, προσπαθώντας αφενός να μην τον κουράζω, αφετέρου να επιτύχω φωτογραφίες περισσότερο καλλιτεχνικές. Ενα μεσημέρι, με αφόρητη ζέστη, με ρώτησε με απορία: "Μα δεν κουράζεσαι ποτέ;". Κουράζομαι, αλλά πάνω στη δουλειά δεν το καταλαβαίνω. Αισθάνομαι την κούραση μόνο όταν τελειώσω. Ο Μάρκες ήταν, για προφανείς λόγους, απρόσιτος. Αλλά για τους ανθρώπους του κύκλου του ήταν πολύ καλός, προσηνής και με πολύ χιούμορ».

    Αν σας ρωτούσε κάποιος γιατί ασχοληθήκατε με την τέχνη, τι θα του απαντούσατε; «Γιατί μου αρέσει να δημιουργώ εικόνες ενός κόσμου, συνήθως εξιδανικευμένου, που, αν και οικείος, δεν είναι και τόσο αληθινός. Είναι ένας κόσμος που δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσουμε, μέσα στον οποίο συχνά θα ήθελα να ζω. Στην πραγματικότητα δεν ξέρω γιατί ασχολήθηκα με την τέχνη. Κι αν κάποτε το ήξερα, έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε, που πια δεν το θυμάμαι. Πάντως, δεν το επεδίωξα, δεν έγινε αναγκαστικά, δεν έγινε σκοπίμως, δεν παρασύρθηκα. Νομίζω πως γεννήθηκα με την τέχνη στο DNA μου. Ηταν πάντα μέσα στο μυαλό μου. Από παιδάκι, αγαπούσα τη φύση και τα ζώα και δεν άντεχα τους περισσότερους από τους ανθρώπους. Κι όσο περνάει ο καιρός, νομίζω πως απ' αυτή την άποψη χειροτερεύω. Σε αντίθεση με εμένα, υπάρχουν κάποιοι που λένε: "Κάνω τέχνη γιατί θέλω να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους". Αυτοί ή λένε ψέματα ή δεν ξέρουν γιατί κάνουν τέχνη, είναι εντελώς ανυποψίαστοι. Οι καλύτεροι από αυτούς το πολύ πολύ να κάνουν ένα είδος σοσιαλιστικού ρεαλισμού που δεν έχει καμία σχέση με την τέχνη».

    Σας έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός «μετα-υπερρεαλιστής», τον οποίο και ο ίδιος αποδέχεστε. Ανεξαρτήτως του περιεχομένου που μπορεί να του βάζουν οι άλλοι, εσείς πώς προσδιορίζετε αυτόν τον χαρακτηρισμό; «Κοιτάξτε, δεν ξυπνάω το πρωί σκεπτόμενος με ποια σουρεαλιστική ή μετα-σουρεαλιστική πράξη θ' αρχίσω την ημέρα μου. Εκφράζομαι αυθόρμητα ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης και η ζωή μου δεν είναι ανεξάρτητη από τη δουλειά μου. Τη ζωή μου την κυβέρνησε και την κυβερνάει σε μεγάλο βαθμό η επιθυμία για δημιουργία και το όνειρο, γι' αυτό δεν κατάφερε ποτέ να γίνει κανονική. Αν αυτό θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει και σουρεαλιστική, το αφήνω σε άλλους να το κρίνουν...».

    Σας ενδιαφέρει το πώς μπορεί να σας έχει στο μυαλό του ο αποδέκτης του έργου σας; Είτε πρόκειται για έναν κριτικό είτε για έναν οποιονδήποτε άλλο θεατή. «Δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου, ιδιαίτερα ο κριτικός της ζωγραφικής. Οσον αφορά τη φωτογραφία, οι κριτικοί - κυρίως οι ξένοι - έχουν περισσότερη γνώση του αντικειμένου. Δεν έχω σε μεγάλη εκτίμηση τους κριτικούς, γιατί δεν ξέρουν πώς γίνεται ένα έργο τέχνης, δεν γνωρίζουν τα μυστικά της δουλειάς. Προσπαθούν να ερμηνεύσουν το θέμα του έργου, την ιδέα του καλλιτέχνη, χωρίς να ξέρουν αν το έργο από τεχνικής απόψεως είναι σωστό. Ετσι, συχνά διαβάζουμε ύμνους για κακούς πίνακες, μόνο και μόνο επειδή το θέμα συγκίνησε τον κριτικό. Η μόνη άποψη που μ' ενδιαφέρει είναι των συναδέλφων μου. Οταν αυτοί μου πουν πως τους αρέσει η δουλειά μου, τότε κολακεύομαι και χαίρομαι πολύ. Πάντως, μια ελληνίδα κριτικός που εκτιμώ είναι η Αθηνά Σχινά».

    Στο παρελθόν, ασχοληθήκατε επίσης με την ποίηση και τη γλυπτική. Τα τελευταία χρόνια, έχετε επικεντρωθεί ξανά στη ζωγραφική και στη φωτογραφία. Η ποίηση και η γλυπτική είναι δύο κύκλοι που έχουν κλείσει για εσάς ή υπάρχει πάντα ένας ανοιχτός λογαριασμός; «Ασχολούμαι κυρίως με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Συχνά, κάνω και γλυπτική. Εχω πολλούς φίλους ποιητές, διαβάζω τα ποιήματά τους και πρέπει να σας πω ότι ζηλεύω, αλλά δεν έχω πια χρόνο για να κάνω περισσότερα πράγματα. Ας μείνει, λοιπόν, προς το παρόν, ανοιχτός ο λογαριασμός».

    Ο Τζον Γουντ, στην εισαγωγή του για το έργο σας «Shades of Love», γράφει: «Αναμφίβολα, κανένας σύγχρονος φωτογράφος δεν είναι πιο "ποιητικός" με την ευρύτερη έννοια του όρου από ό,τι ο Δημήτρης Γέρος». Τι είναι για εσάς «ποίηση» και πόσο σας αφορά στο έργο σας; «Ο Τζον Γουντ υπερβάλλει! Γνωρίζω αρκετούς φωτογράφους που είναι πολύ καλύτεροι και ποιητικότεροι από εμένα. Ποιητικό θα αποκαλούσαμε το ωραίον, το ιδεώδες, το απλησίαστο. Είναι αυτό που ονειρευόμαστε, αλλά δεν μπορούμε να το ζήσουμε. Ποίηση θα μπορούσε να είναι, για να φέρω ένα παράδειγμα, δύο καλλίγραμμα γυμνά κορμιά που πετούν το βράδυ αγκαλιασμένα, αρχές Σεπτεμβρίου, πάνω από ένα δροσερό ποτάμι, ενώ τα λούζει με το φως της η Πανσέληνος, ρίχνοντας ταυτόχρονα τη σκιά των σωμάτων τους στη Γη, προκειμένου να καλυφθούν οι ατέλειες του κόσμου».

    Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείστε κατά βάση στο εξωτερικό και λιγότερο εδώ. Είναι δική σας επιλογή αυτό ή απλώς τυχαίνει έτσι; «Η πρώτη ατομική μου έκθεση εκτός Ελλάδας έγινε στη Χαϊδελβέργη, το 1977. Από τότε ακολούθησαν πολλές άλλες, ενώ παράλληλα εξέθετα και στην Ελλάδα. Oμως, τα τελευταία είκοσι χρόνια, οι υποχρεώσεις μου στο εξωτερικό είναι τόσο πολλές, που δεν προλαβαίνω να εκθέτω και εδώ. Υπάρχει πάντως η πρόθεση να παρουσιαστεί, η έκθεση με τις φωτογραφίες μου με τον Μάρκες και η αντίστοιχη έκδοση, τόσο η απλή όσο και η συλλεκτική, τον Μάιο στην DL Fine Arts Gallery».

    Στη ζωγραφική σας υπάρχουν σύμβολα ή/και μοτίβα που επαναλαμβάνονται. Ποια ανάγκη οδηγεί σε αυτή την επανάληψη; «Τα περισσότερα από τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα που λέτε είναι σύννεφα - που αρκετοί τα βλέπουν ως σταγόνες, γυρίνους, σπερματοζωάρια ή όπως αλλιώς θέλουν -, θάμνοι, ηφαίστεια, και πλαισιώνουν το θέμα του πίνακα, δεν είναι αυτά το κύριο θέμα. Μα, αν ζωγράφιζα τοπία με ρεαλιστικό τρόπο, δεν θα έβαζα σύννεφα και θάμνους; Oσον αφορά τα ηφαίστεια, αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιώ και για διακοσμητικούς λόγους, για να προσθέσω λίγο χρώμα σ' ένα σημείο του πίνακα που νομίζω πως το χρειάζεται».

    Πιστεύετε ότι η τέχνη σας αφορά το ευρύ κοινό; «Θα προτιμούσα να αφορά το κοινό που γνωρίζει - και είναι ολιγάριθμο -, αλλά μου φαίνεται πως η δουλειά μου αρέσει ολοένα και σε περισσότερους από όσους θα έπρεπε κι αυτό καμιά φορά με τρομάζει. Δεν θα ήθελα να γίνω λαϊκός ζωγράφος».

    Εχουν περάσει πενήντα χρόνια από το 1966 και την πρώτη σας έκθεση. Φανταζόσασταν τότε πώς θα εξελισσόταν το ταξίδι που μόλις ξεκινούσε; «Το είχα φανταστεί και νόμιζα πως θα είχε λιγότερες δυσκολίες. Πως θα ήταν πιο ευχάριστο. Αλλά δυστυχώς το ταξίδι είχε και ωκεανούς με πολλές φουρτούνες κι εγώ δεν ήμουν πάνω στο υπερωκεάνιο και δεν ξέρω κολύμπι. Oμως ποτέ δεν δίστασα και, φορώντας το σωσίβιό μου, έπεφτα στα βαθιά. Κι ακόμη το κάνω».

    Είστε ένας αυτοδίδακτος δημιουργός. Με την απόσταση που δίνει ο χρόνος, θεωρείτε ότι αυτό σας βοήθησε τελικώς ή σας δυσκόλεψε; «Θα σας πω ανεπιφύλακτα πως με δυσκόλεψε. Αν είχα πάει τότε στη σχολή, θα είχα αποκτήσει επιπλέον τεχνικές που θα με διευκόλυναν να ζωγραφίζω περισσότερα πράγματα. Αλλά εγώ, στα 17 μου, όταν έκανα την πρώτη μου έκθεση, νόμιζα πως είχα τη θεία επιφοίτηση, ενώ ήμουν απλώς ψώνιο. Παρά ταύτα, είχα πάει κάποια στιγμή, προτού ακόμη ενηλικιωθώ, στον δήμαρχο της πόλης στην οποία γεννήθηκα και του είχα ζητήσει να με υποστηρίξει οικονομικά για να σπουδάσω. Δεν το έκανε, ίσως γιατί η πολυμελής οικογένειά μου δεν τον ψήφιζε ποτέ. Και καλά έκανε, γιατί ήταν ο δήμαρχος που κατέστρεψε την ωραιότερη πλατεία της πόλης και τις πηγές του ιστορικού ποταμού της».

    Η πορεία σας μοιάζει με παραμύθι. Δράκους είχε αυτό το παραμύθι; «Πολλούς. Οι δράκοι, όπως ίσως θα ξέρετε, είναι βλάκες, κι εγώ είμαι πείσμων κι έχω την πεποίθηση πως είμαι ικανός πολεμιστής. Αλλά δυστυχώς αυτοί είναι αμέτρητοι. Υπήρξαν, όμως, και κάποιες νεράιδες που φώτιζαν αυτή την πορεία και έδιναν ελπίδες και κουράγιο. Αλλά έτσι είναι η ζωή των δημιουργών! Μια φορά, ο Ζαμπέτας μού είπε πως η ζωή τού έδωσε μια κουταλιά μέλι και ένα κιλό σκατά!».

    Τα επόμενα πλάνα σας που μπορείτε να ανακοινώσετε ποια είναι; «Πέραν της έκθεσης των φωτογραφιών του Μάρκες τον Μάιο στην Αθήνα, τον Απρίλιο η ίδια έκθεση θα παρουσιαστεί στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Καρταχένα στην Κολομβία, στο πλαίσιο των εορτασμών που θα γίνουν στην πόλη, με αφορμή τη μεταφορά της στάχτης του Μάρκες εκεί, όπου ήταν το δεύτερο σπίτι του. Κατά τα άλλα, αυτές τις ημέρες τυπώνεται το βιβλίο "Another Narcissus" με φωτογραφίες μου για ένα ποίημα που έγραψε ο Εντουαρντ Αλμπι για μένα. Η έκδοση αυτή των 350 αντιτύπων δεν θα κυκλοφορήσει στο εμπόριο, προορίζεται μόνο για τους φίλους μας. Θα υπάρξει, όμως, και μία συλλεκτική έκδοση, με υπογεγραμμένο το ποίημα από τον Αλμπι και τις φωτογραφίες από εμένα, η οποία θα κυκλοφορήσει σε πενήντα μόνο αντίτυπα, εκτός Ελλάδας, τον Σεπτέμβριο. Τέλος, έχω να ετοιμάσω ένα βιβλίο για τη Λουίζ Μπουρζουά, με τις φωτογραφίες που έκανα στα δεκαπέντε χρόνια της φιλίας μου μαζί της».

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

    La fortuna de retratar a García Márquez

    El rostro complacido y la sonrisa a flor de piel es lo que destaca en las 23 fotografías de Gabriel García Márquez. Esas imágenes que desde anoche se exhiben en la galería Pablo Goebel, forman parte de un amplio archivo sobre el Premio Nobel de Literatura, quien durante varias sesiones posó para la cámara del fotógrafo y pintor griego Dimitris Yeros.

    La muestra titulada "Fotografiando a Gabriel García Márquez", que fue inaugurada anoche con la presencia del fotógrafo y de la escritora Elena Poniatowska, se conforma de 23 retratos de Gabo, tanto en su casa de la ciudad de México como en Cartagena de Indias, Colombia, tomadas en varias sesiones desde 2006.

    Ayer por la noche, amigos del escritor colombiano, entre ellos Elena Poniatowska, y los dos asistentes de Gabo, Mónica Alonso y Genovevo Quiroz, estuvieron presentes en la inauguración de la muestra y presentación del libro fotográfico realizado por Dimistris Yeros.

    Elena Poniatowska dijo que  Dimistros Yeros tuvo la fortuna de retratar a Gabriel García Márquez como pocos fotógrafos lo hicieron, es decir, con la confianza que da la camaradería de amigos que se conocieron recientemente, en 2006, pero que congeniaron, pues el fotógrafo logró establecer un lazo de afecto con el novelista y reflejar su cotidianidad.

    "Serio sonriente, bromista, García Márquez posó para Dimitris con una sonrisa que no lo abandona", dijo Elena y recordó que la primera edición deCien años de soledad se publicó el 5 de junio de 1967 e hizo que nosotros, los mexicanos, entráramos a la felicidad, porque leer Cien años de soledad es un acto de felicidad.

    "Ningún libro de autoayuda ha logrado el cambio de hábitos y la fe en nosotros mismos como lo ha hecho Cien años de soledad que es la novela más leída en América Latina y yo creo que en muchísimos países del mundo y sobre la que más se ha escrito en el mundo entero. La mina de oro que son las páginas de Cien años de soledad nos dio una aureola de radiaciones antes solo destinada a los santos de la iglesia".

    La narradora y periodista dijo que hay pocos acontecimientos tan importantes dentro de la literatura universal como la aparición de Cien años de soledad, "una novela que hipnotizó no solo a nuestro continente, sino al mundo entero".

    "Sin exagerar, nadie ha hecho tanto por Colombia, nadie ha hecho tanto por la literatura de América Latina como Gabriel García Márquez. Tuvimos los  grandes  próceres pero ninguno nos levantó, ninguno nos hizo sonreír, ninguno nos cambió como lo hizo Remedios la bella, al irse volando por los aires, o Aureliano Buendía al forjar sus pescaditos de oro. Esta exposición también contribuye con las excelentes fotografías de Dimitris Yeros a llenarnos los ojos de pescaditos de oro", afirmó Elena Poniatowska.

    Por su parte Dimitris Yeros, agradeció al Nobel su calidez y disposición para dejarse retratar y recordó cómo consiguió llegar a él en 2006 y convencerlo de que posará para él, aunque cuando llegó el momento y salieron al jardín, Gabriel Márquez se puso nervioso porque estaba solo ante la cámara que le disparaba.

    La muestra "Fotografiando a Gabriel García Márquez", permanecerá abierta al público hasta el 20 de enero de 2016en la Galería Pablo Goebel, ubicada en Calle Hipólito Taine 212, Polanco, en la delegación Miguel Hidalgo.

    Mexico, 10 de diciembre de 2015

    Inauguran exposición con imágenes de Dimitris Yeros

    El buen humor y la personalidad de Gabo, en una serie fotográfica
    El autor griego tuvo la fortuna de retratar al Nobel colombiano desde la confianza que da la camaradería, señala Elena Poniatowska
    Foto
    El premio Nobel colombiano Gabriel García Márquez (1927-2014) en su estudio y caminando por la calle con paraguas, captado por Dimitris Yeros, fotógrafo griego y amigo suyo. La muestra se puede visitar en la galería ubicada en Taine 212, PolancoFoto María Meléndrez Parada
    Foto
    La escritora y periodista Elena Poniatowska al lado de Dimitris Yeros durante la inauguración de la muestra del fotógrafo griego en la Galería Pablo Goebel Fine Arts; a la derecha, YerosFoto María Meléndrez Parada
    Carlos Paul
     
    Periódico La Jornada
    Jueves 10 de diciembre de 2015, p. 5

    El buen humor y la personalidad del escritor Gabriel García Márquez (1927-2014) se ven retratados en la serie de fotografías que en distintos momentos le tomó el fotógrafo griego Dimitris Yeros.

    Al respecto, la noche del martes se inauguró una exposición en la Galería Pablo Goebel Fine Arts.
    Como parte de esa muestra se presentó el libro, publicado por el sello Kerber, que reúne esas imágenes del autor de Cien años de soledad, a quien se ve en la sala y el jardín de su casa de la ciudad de México, en Colombia, en el escritorio de su estudio, sentado a la mesa en una terraza de un hotel, jugueteando con un pez de metal, con un paraguas al hombro caminando por la calle o viendo directamente a la cámara.
    La escritora Elena Poniatowska fue invitada para la inauguración y presentación del libro.
    Dimitris Yeros, expresó la colaboradora de La Jornada, “tuvo la fortuna de retratar a Gabriel García Márquez como pocos fotógrafos lo hicieron; es decir, con la confianza que da la camaradería de los amigos, aunque Dimitris y Gabo se conocieron en 2006, que es bastante reciente”.
    De igual manera comentó que el fotógrafo griego logró establecer un lazo afectivo con el reconocido narrador colombiano y reflejar su cotidianidad.
    “Serio, bromista, García Márquez posó para Dimitris con una sonrisa. Logró incluso una foto cuando el escritor, todavía en bata, es abrazado por Mercedes Barcha, la Gaba,como la llamamos sus amigos, al conocer que fue distinguido con el Premio Nobel de Literatura.”
    Poniatowska relató que la primera reunión entre Yeros y García Márquez fue en 2006. “Dimitris llamó y Gabo le dio cita al día siguiente al mediodía. Esa reunión fue un encanto para el fotógrafo, porque Gabo fue amable y cálido, pero, como comparte el propio fotógrafo, cuando empezó a fotografiarlo en su jardín, Gabo se puso rígido como un soldado; entonces Yeros le dijo que se relajara y él respondió: ‘cómo puedo relajarme si me estás disparando con la cámara’”.
    Después Dimitris lo fotografió en Cartagena, Colombia, cuando Gabo celebró sus 80 años y una tercera ocasión, de nuevo en México, de lo que resultó un libro con textos también del fotógrafo griego.

    Vicisitudes de su novela cumbre

    Poniatowska recordó la anécdota de cuando García Márquez y Mercedes enviaron por correo sólo la mitad de la novela Cien años de soledad porque no tenían dinero para enviarla completa. Asimismo, rememoró que el texto fue mecanografiado por la secretaria de Miguel Barbachano Ponce, que se llamaba Pera. Ella pasaba en limpio también las novelas de muchos escritores, entre otros, las de Carlos Fuentes.

    Leer Cien años de soledad, dijo la periodista, “es un acto de felicidad. Ningún libro de autoayuda ha logrado el cambio de hábitos y la fe en nosotros mismos como lo ha hecho esa novela, la que más se ha leído y se ha escrito en el mundo (…) Nadie ha hecho tanto por Colombia y por la literatura de América Latina como Gabriel García Márquez.
    “Tenemos muchos próceres –prosiguió la escritora– pero ningún personaje nos hizo reír o nos cambió como lo hizo Remedios la Bella al volar por los aires, o Aureliano Buendía al forjar sus pescaditos de oro.
    “Esta exposición, con las fotografías de Dimitris Yeros –cerró Poniatowska– contribuye a llenarnos los ojos de pescaditos de oro.”