From July 2nd  to September 12th, 2020, Throckmorton Fine Arts, the New York City art gallery, presents for the first time some of the photographs that Dimitris Yeros has taken in the island of Lesbos during the past 30 years. 

    Photographs on display will include vintage silver prints and pigments  presenting landscapes, humans and nudes in various parts of the island where the artist has been spending his summers.

    Exhibition catalogue essay written by Vicki Goldberg.

    Dimitris Yeros is one of the most important Greek artists. His work can be seen at

    So far there have been 58 individual exhibitions of his work in galleries and museums, in Greece and other countries, and he has also had a number of books published. 

    His book Shades of Love, inspired by poems of C.P. Cavafy with a foreword by Edward Albee and an introduction by John Wood, was included in the Top Ten list of the best books of 2011 selected by the American Library Association. The next book was Photographing Gabriel García Márquez with an introduction by Edward Lucie-Smith, and his most recent book is Another Narcissus, with a poem by Edward Albee and an introduction by John Wood (Phyllo, 2016). 

    Numerous works by Dimitris Yeros are to be found in private collections, national galleries and museums worldwide: Tate Britain, the International Center of Photography – New York, Maison Européenne de la Photographie – Paris, the National Portrait Gallery – London, the British Museum – London and elsewhere. 

    Regarding the photographs of this exhibition Dimitris Yeros remarks: 

    Lesbos is a Greek island at the edge of the Aegean, close to the Turkish coast. In recent years it has become more widely known because of the thousands of impoverished refugees and migrants who arrive there illegally in order to seek happiness in a European country.

    It has a long and noteworthy history. Inhabited since prehistoric times, Lesbos was the birthplace of great ancient poets such as Sappho, Alcaeus, Terpander and Arion.

    I happened to visit Lesbos in 1986 for a holiday, and it has since become my second home; it is where I prefer to spend my summers.

    Large, mostly abandoned, buildings from the previous century, traces of a once thriving community, unique historical monuments from different eras, landscapes that have hardly changed down the millennia and everyday people at work or leisure are some of the subjects I have captured. For city dwellers, my photographs of Lesbos may look like mementos from another era. However, this can also be true of recent photos taken by other photographers on other Greek islands or small inland villages, since most country dwellers remain untouched by the changes that have swept through the urban centers and, instead, are happy to maintain an older way of life. One can even see this on cosmopolitan islands such as Mykonos or Santorini as, once the first rains have driven the throngs of pleasure-seeking visitors away and the bars and discos have gone silent, the inhabitants return to their traditional, small-island ways.

    I have also photographed a good many male adolescents in the nude. Working sometimes in agrarian landscapes and sometimes in monuments, old buildings or ruins, I portray them in a manner reminiscent of the poses of ancient Greek statues. I must say that the photographs taken outdoors involved the greatest risk and had to be completed very quickly, before some passing local riding by on his donkey was provoked by the sight of a well-proportioned young man posing nude in the wilderness, bathed in the strong Greek sunlight. On one occasion, thanks to a shocked old woman farmer, I was hauled before the court for taking pictures such as these amidst the ruins of an ancient temple. I was acquitted. 

    Because fashions change almost every decade, my models may also look as though they belong to a bygone era — more so, since all but one were not professional models. Still, this may also make them more in tune with the provincial landscape.

    The oldest photograph in the exhibition dates from 1989. It is a self-portrait I took in a hurry, while naked, using a small camera and a small flashgun at the venerable Therma baths near Mytilene, the island’s capital.

    The first photos were taken using analog cameras of various sizes, though I started using digital cameras later on. Over the years in which I have spent part of my life on Lesbos, I have taken many hundreds of photographs and recorded every corner of the island. The gallery and I have chosen a few of these to include in this exhibition. They represent one of many interludes in my life and work—in my life, given I am a city dweller and a city lover; in my work, given that it largely consists of staged photographs I create in my Athens, New York or Mytilene studios.

    Dimitris Yeros: A Lesbos Diary
    On the Rocks, 1999. Silver print 24X16 in

    «Οβίλ και Ουσμάν»: Ένα ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Γέρου που ταράζει τα νερά


    Μαρτίου 29, 2019 ● συνεντεύξεις

    «Οβιλ και Ουσμαν»: Ενα ντοκιμαντερ του Δημητρη Γερου που ταραζει τα νερα

    «Οι ήρωές μου είχαν γνωριστεί μέσω φέισμπουκ, οργάνωσαν τη φυγή τους και συναντήθηκαν στη Μόρια»

    Κείμενο: Άννα Ρούτση

    Email: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

    Είναι νέοι, αισιόδοξοι κι ερωτευμένοι. Ιδανικά; Όχι! Γιατί είναι γκέι, το έχουν σκάσει από την πατρίδα τους, ο ένας από το Μπαγκλαντές ο άλλος από το Πακιστάν, και φτάνουν στη Μόρια της Μυτιλήνης. Περνούν δυσκολίες, όπως είναι αναμενόμενο, αλλά κάπου εκεί γνωρίζουν και τον Δημήτρη Γέρο. Ο διάσημος εικαστικός έχει εδώ και δεκαετίες σπίτι στο νησί και από τη στιγμή που ξεκίνησε η προσφυγική κρίση την έχει παρακολουθήσει από κοντά, κάνοντας παράλληλα εκατοντάδες φωτογραφίσεις και μιλώντας με πρόσφυγες και κατοίκους. Μια αρχικά σχεδιασμένη συνέντευξη με τους Οβίλ και Ουσμάν εξελίχθηκε σε κάτι πολύ περισσότερο: Έγινε σενάριο με τους ίδιους να πρωταγωνιστούν σε ένα ντοκιμαντέρ για το ταξίδι προς την ελευθερία, τη σχέση τους, την ομοφυλοφιλία και τα «προβλήματα» που εξ’ αιτίας της αντιμετωπίζουν, τη Μόρια, τη ζωή στους καταυλισμούς, την εκμετάλλευση.

    Ο Δημήτρης Γέρος μου μετέφερε μια γεύση απ’ όλα τα παραπάνω, κάνοντας παράλληλα μια σύντομη αναδρομή σε προηγούμενες καλλιτεχνικές του δραστηριότητες:

    00:16 / 00:30


    Εσείς που περνάτε πολύ καιρό στο νησί εδώ και χρόνια, πώς βλέπετε απ’ όλες τις πλευρές το ζήτημα;

    Οι δύο νεαροί μετανάστες ήταν η αφορμή για να δείξω και ένα μεγάλο μέρος του μεταναστευτικού. Μου μίλησαν για τους λόγους που τους ανάγκασαν να φύγουν από τις πατρίδες τους, το περιπετειώδες ταξίδι τους, το πώς ζουν στη Μόρια. Στη Μυτιλήνη ήρθαν, και συνεχίζουν να έρχονται, χιλιάδες πρόσφυγες που ουσιαστικά τους συναντάς στη χώρα και στον καταυλισμό που είναι δίπλα στο ομώνυμο χωριό. Οι ντόπιοι αρχικά τους βοήθησαν πολύ. Όταν το 2015 έφταναν 5 – 6 χιλιάδες καθημερινά, χωρίς οργανωμένες δομές υποδοχής και περπατούσαν χιλιόμετρα το κατακαλόκαιρο για να φτάσουν στη Μυτιλήνη και να δηλωθούν στην αστυνομία, πολλοί κάτοικοι τους έδιναν νερό, φρούτα, φαγητό, ό,τι μπορούσαν. Υπήρχαν βέβαια κι άλλοι, οι ασυνείδητοι, που εκμεταλλεύονταν την κατάσταση για να τους μεταφέρουν έναντι αδράς αμοιβής ή να τους πουλήσουν πανάκριβα το νερό ή τις κάρτες. Αλλά η πλειοψηφία βοηθούσε. Μετά ανέλαβαν οι ΜΚΟ για να «σώσουν» την κατάσταση. Οι ταλαίπωροι πρόσφυγες σιτίζονται με φαγητό που εμείς ποτέ δεν θα το τρώγαμε, έτσι μερικοί αναγκάζονται να κλέβουν ζώα, να κόβουν ελιές για καυσόξυλα προκειμένου να μαγειρέψουν και να ζεσταθούν. Οι περισσότεροι δεν έχουν νερό για να πλυθούν. Πετάνε σκουπίδια όπου να είναι, δεν σέβονται το μέρος που τους φιλοξενεί, επίσης, σε μικρό ποσοστό βέβαια, αλλά όπου συμβαίνει συνέχεια, εκδηλώνεται εγκληματικότητα μεταξύ τους και ήταν επόμενο οι ντόπιοι να δυσανασχετούν και να αντιδρούν.

    Στην ταινία υπάρχουν ορισμένες λήψεις που δείχνουν αυτές τις συνθήκες. Πώς αποκτήσατε πρόσβαση;

    Στη Μόρια απαγορεύεται να μπουν συνεργεία και ιδιώτες. Εγώ συνάντησα μερικούς που είχαν κάνει βίντεο με τα κινητά τους και μου τα παραχώρησαν. Ο κόσμος δεν γνωρίζει τι συμβαίνει εκεί γιατί δεν έχει πρόσβαση. Τσακωμοί, πετροπόλεμος, φωτιές, βρώμα, στοιβαγμένοι στις σκηνές, άθλιο φαγητό…

    Έχετε πει για την ταινία σας ότι: «Η δύναμη με την οποία αντιμετωπίζουν τη ζωή (οι πρωταγωνιστές της) και το κουράγιο τους, με έκανε να δημιουργήσω αυτό το ντοκιμαντέρ προκειμένου να ενθαρρύνω και άλλους μουσουλμάνους να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς καμία ενοχή για την ιδιαιτερότητά τους και παράλληλα να δείξω την αγάπη, τη θλίψη, τη μοναξιά, την απελπισία αλλά και τη μεγάλη λαχτάρα για ελευθερία και ζωή που χαρακτηρίζει αυτά τα παιδιά». Πόσο άσχημη μπορεί να ήταν η κατάσταση στη χώρα τους, ώστε να φύγουν ως πρόσφυγες;

    Στις μουσουλμανικές χώρες η ομοφυλοφιλία απαγορεύεται και τιμωρείται. Στο Μπαγκλαντές, για παράδειγμα, σκότωσαν έναν δικηγόρο υπάλληλο της αμερικανικής πρεσβείας που είχε οργανώσει εκεί ένα γκέι κίνημα. Όμως υπάρχει και μια μεγάλη αντίφαση σ’ αυτές τις κοινωνίες: Αν είσαι θηλυπρεπής έχεις άλλη αντιμετώπιση, μπορεί κάποιοι λίγοι να σε «κράζουν» αλλά οι περισσότεροι σε «επιθυμούν», σε προσκαλούν ακόμη και στα πάρτι των ανδρών για να τους «διασκεδάζεις» έναντι αμοιβής. Μπορείς να είσαι τραβεστί και να αλλάξεις φύλο, να γίνεις γυναίκα! Οι ήρωές μου είχαν γνωριστεί μέσω φέισμπουκ, οργάνωσαν τη φυγή τους και συναντήθηκαν στη Μόρια.

    Και μετά, τι έγιναν ο Οβίλ και ο Ουσμάν;

    Ο ένας έγινε τραβεστί κι άλλαξε φύλο στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και ο άλλος παραμένει σύζυγος της τραβεστί. Εν τω μεταξύ πήραν άσυλο και τους έδωσαν σπίτι στη πόλη, όπου ζουν μαζί με άλλους ομοφυλόφιλους. Πάντως δεν νομίζω ότι ταλαιπωρήθηκαν ιδιαίτερα. Αντιθέτως, οι γκέι στη Μόρια έχουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από την υπηρεσία ασύλου και τις ΜΚΟ.

    Αναφερθήκατε πριν στις ΜΚΟ κάπως δηκτικά. Γιατί;

    Υπάρχει πολλή διαφθορά και αλητεία σε πολλές ΜΚΟ. Στη Μυτιλήνη το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά. Δυστυχώς μοιάζει να είναι απαραίτητες, αφού η κυβέρνηση δεν μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά, ακόμα και τα ειδικά κονδύλια δεν κατάφερε να τα απορροφήσει λόγω ανικανότητας. Σε πολλές οργανώσεις πάνε άνθρωποι συχνά με μεγάλους μισθούς που κάνουν τζάμπα διακοπές, καπνίζουν χόρτο, είναι όλη νύχτα στα μπαρ και ψάχνουν συντρόφους. Τα χρήματα π.χ. που παίρνει μια εταιρεία για να φτιάχνει φαγητό, δεν έχουν σχέση με αυτό που τους προσφέρει. Δεν δικαιολογούνται τα χρήματα που εισπράττουν. Για παράδειγμα, ενώ σχεδόν κανένας μετανάστης δεν πλένει τα δόντια του υπάρχει μια ΜΚΟ για την υγιεινή του στόματος των μεταναστών! Στις υπαίθριες βρύσες της Μόρια θα βρει κανείς εκατοντάδες βούρτσες και οδοντόπαστες πετάμενες, τις δοκιμάζουν και τις πετάνε. Είναι άνθρωποι με πολύ χαμηλό επίπεδο, θρησκόληπτοι και χωρίς πληροφορίες για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο.

    Είναι αυτή η πρώτη σας σοβαρή σκηνοθετική δουλειά, αν και το 1977 είχατε κάνει μια ακόμη μικρού μήκους ταινία, το Yeros by Yeros. Έχετε κάνει σκηνικά και κοστούμια σε ταινία μυθοπλασίας και στο θέατρο. Αλλά επίσης δεν είναι καθόλου νέο το πώς επιλέγετε και να διαμαρτυρηθείτε μέσα από την τέχνη, έχετε πλούσιο ιστορικό, έτσι δεν είναι;

    Το 1969 είχα κάνει έκθεση με έργα διαμαρτυρίας κατά της χούντας στο Γκαίτε της Θεσσαλονίκης και το ‘70 στη Νέα Γκαλερί της Αθήνας. Είχε προηγηθεί στην ίδια γκαλερί η έκθεση του Βλάση Κανιάρη με κόκκινα γαρίφαλα και γύψο. Οι δημοσιογράφοι είχαν καταλάβει το νόημα και οι εκθέσεις μου είχαν μεγάλη προβολή και αποδοχή από το κοινό. Το 1980 στην πρώτη έκθεσή μου που έγινε στην Κύπρο, μετά την κατάληψη από τους Τούρκους, είχα τυπώσει μια αφίσα με εμένα ντυμένο τσολιά, μετά έγινε μόδα και σάτιρα η εμφάνιση του κάθε τυχάρπαστου ντυμένου με την εθνική ενδυμασία. Με εκείνη τη φωτογραφία ήθελα να δείξω τους δεσμούς της Ελλάδας με την Κύπρο. Έχω κάνει μια έκθεση με έργα που έδειχναν λεκέδες ως διαμαρτυρία κατά του κίτρινου Τύπου. Ήταν οι «λεκέδες» που δεχόμουν, όταν άνοιγα μια εφημερίδα. Πριν δυο χρόνια στην γκαλερί Σκουφά της Αθήνας παρουσίασα μια ακόμη έκθεση-διαμαρτυρία, έδειχνα με ασπρόμαυρους πίνακες πρόσφυγες και μετανάστες να θαλασσοπνίγονται και πίνακες με πιθήκους που είχαν προφίλ γνωστών πολιτικών που επέρδοντο. Γιατί αυτή, δυστυχώς, είναι η σημαντικότερη παραγωγή τους, τα αέρια,  και όχι να ασχολούνται με τα προβλήματα της χώρας, προβλήματα που εκείνοι δημιούργησαν.

    Τι σας αρέσει στην εποχή μας;

    Δε μου αρέσουν πολλά, κι όσο περνάει ο καιρός μου φαίνεται πως γίνομαι μισάνθρωπος. Οι άνθρωποι έχουν αλλάξει πολύ και δεν αντέχονται. Έχουν γίνει επιθετικοί, αγενείς, αμόρφωτοι, απομονωμένοι. Δεν κυκλοφορώ πολύ, δεν υπάρχουν πια πολλά πράγματα που να με ενδιαφέρουν, εξάλλου έχω δει αρκετά και έχω ζήσει πολύ έντονα από μικρός. Από τα 15 μου ζω με δικά μου χρήματα. Το ‘70 ζούσα ήδη τους μισούς μήνες του χρόνου στη Μύκονο. Έχω κάνει τα πάρτι μου, έχω ξεσαλώσει, έχω ξημερωθεί στις ντίσκο… Τώρα προσπαθώ να βάλω σε τάξη και να τελειώσω διαφορετικά θεματικά έργα που έχω στη μέση, ζωγραφικά και φωτογραφικά.


    Μετά το 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι «Οβίλ και Ουσμάν» ταξιδεύουν σε φεστιβάλ του εξωτερικού, αρχίζοντας από τη Βαρσοβία και φτάνουν μέχρι τη Βόρεια Αμερική. Η ταινία έχει επίσης μεταφραστεί στα ισπανικά κι έχει πάρει διανομή στη Λατινική Αμερική.

    Εφ. «ΕΜΠΡΟΣ» Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016 | Παναγιώτης Σκορδάς | Πολιτισμός

    Ο διάσημος εικαστικός Δημήτρης Γέρος μιλά για την τέχνη, τη Λέσβο, την κρίση και την πολιτική.

    «Υπάρχει έλλειψη εμπνευσμένων πολιτικών, αλλά φταίνε και οι ψηφοφόροι»


    Η παρούσα συνέντευξη προγραμματιζόταν πάνω από έναν χρόνο. Οι πολλές όμως υποχρεώσεις του Δημήτρη Γέρου, τα συνεχή ταξίδια του στο εξωτερικό, οι εκθέσεις, οι εκδόσεις την έσπρωχναν συνεχώς προς το μέλλον. Μιλήσαμε λίγο πριν φύγει για Αμερική και Μεξικό, όταν και μου εμπιστεύτηκε μια συνεργασία για το «Λεσβιακό Ημερολόγιο» του 2016. «Όταν θα γυρίσεις, θα κάνουμε τη συνέντευξη. Ελπίζω να μην πάει τον άλλο χρόνο» του είπα στο τηλέφωνο πριν από δύο μήνες. Πραγματικά, η συνέντευξη έγινε στο μεταίχμιο του 2015 με το 2016.

    Ο Δημήτρης Γέρος, ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες στο εξωτερικό, ζωγράφος και φωτογράφος με μισό αιώνα παρουσία στα πολιτιστικά πράγματα της χώρας, από τους πιο αναγνωρισμένους της γενιάς του, με 58 εκθέσεις στο ενεργητικό του, λάτρης της Λέσβου, την οποία έχει επιλέξει ως τόπο της εξοχικής του κατοικίας για σχεδόν 30 χρόνια και την έχει προβάλλει πολλές φορές με φωτογραφίες και άρθρα του, μιλά χωρίς περιστροφές, ωραιοποιήσεις και καλοπιάσματα.

    Έχετε συναντήσει και συνομιλήσει με μερικούς από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους συγγραφείς και ανθρώπους της Τέχνης της Ελλάδας και του κόσμου, όπως με το Μαρκές, το Άλμπι, το Φουέντες, το Βιντάλ, το Φράνζεν, τον Τζεφ Κουνς, τη Λουίζ Μπουρζουά, το Γκόρπας, τον Πούλιο, το Βαρβέρη, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, τον Κοντό κ.ά. Ποιες δυσκολίες έχει η φωτογράφιση ενός τέτοιου ανθρώπου;

    «Όλοι αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι, ήταν -γιατί εντωμεταξύ κάποιοι έχουν πεθάνει- ή είναι φίλοι μου. Έχουμε συναντηθεί σε σπίτια γνωστών ή σε κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως δηλαδή γίνονται οι γνωριμίες σε κάθε μικρή ή μεγάλη κοινωνία. Όπως, για να φέρω ένα παράδειγμα, στην κοινωνία της Μυτιλήνης γνωρίζει ο ένας τον άλλον έτσι γίνεται και στην κοινωνία των διασήμων. Μόνο που αυτές οι δύο κοινωνίες είναι δύσκολο να συνυπάρξουν, γιατί τις χωρίζουν μεγάλες διαφορές και δεν τις συνδέει σχεδόν τίποτα το κοινό. Και αν μπορούν οι διάσημοι να κατανοήσουν τα προβλήματα ενός, ας πούμε, μέσου Μυτιληνιού, είναι βέβαιο πως ο μέσος αυτός συμπατριώτης σας όχι μόνον δε θα μπορέσει να καταλάβει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας συγγραφέας ή ένας καλλιτέχνης, αλλά μπορεί και να τα χλευάσει. Γιατί πρόβλημα δεν είναι μόνον το πώς θα βγει ο επιούσιος, αλλά πώς θα γίνει καλύτερος αυτός ο κόσμος. Και σ’ αυτόν τον κόσμο, αν υπάρχει κάτι που τον ομορφαίνει, αν υπάρχει κάτι για να θαυμάσεις και να απολαύσεις, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στους λογοτέχνες-διανοούμενους και τους καλλιτέχνες. Επομένως, δεν αντιμετώπισα ποτέ καμιά δυσκολία προκειμένου να συναντήσω και να φωτογραφίσω έναν από αυτούς τους σημαντικούς, σε ελληνικό ή διεθνές επίπεδο, ανθρώπους. Για να καταλάβετε ο Έντουαρντ Άλμπι, που θεωρείται πολύ δύσκολος άνθρωπος, μου ζήτησε ο ίδιος να τον φωτογραφίσω και ανταποκρίθηκα με μεγάλη χαρά. Από εκείνη μάλιστα την ημέρα, 14 χρόνια τώρα, μας συνδέει θερμή φιλιά. Το ίδιο έγινε και με έναν άλλο μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα, τον Έντμουντ Γουάιτ. Και επειδή φαίνεται ότι τους φωτογραφίζω ωραίους, αυτή μου η ικανότητα ίσως να είναι και το δια βίου διαβατήριό μου για το πηγαινέλα στη διεθνή κοινωνία της Τέχνης! Μην ξεχνάτε πάντως ότι, λόγω των έργων μου, υπάρχω για πολλά χρόνια στο διεθνή χώρο και πως ζω μεγάλα διαστήματα στη Νέα Υόρκη, που είναι το κέντρο του κόσμου και το πέρασμα πολλών “μεγάλων”. Έτσι, λίγο πολύ οι ενδιαφερόμενοι με γνωρίζουν».

    Τι είναι αυτό που κάνει μια φωτογραφία ξεχωριστή;

    «Νομίζω πως υπάρχουν αρκετά είδη “ξεχωριστών” φωτογραφιών. Άλλη φωτογραφία εντυπωσιάζει τον άσχετο μικροαστό, άλλη τον άσχετο αστό και εντελώς άλλη το σχετικό με την Τέχνη και τη φωτογραφία. Αυτή που ξεχωρίζει στα μάτια του σχετικού με την Τέχνη ανθρώπου πρέπει να έχει καταρχάς πρωτότυπο θέμα και όχι κοινό και τετριμμένο, να μη δείχνει δηλαδή γυφτάκια, άστεγους, περιστέρια, μισογκρεμισμένα σπίτια κ.ά., που είναι ό,τι πιο εύκολο μπορεί κανείς να φωτογραφίσει. Αυτή η κατηγορία φωτογραφιών αφορά κυρίως το φωτορεπορτάζ. Η καλλιτεχνική φωτογραφία πρέπει να είναι έργο Τέχνης. Και αυτή δε γίνεται με ένα κλικ ενός φτηνού κινητού, αλλά με επίπονη εργασία, που απαιτεί πολλές δοκιμές και πολλές ώρες για να ολοκληρωθεί».

    Καλλιτεχνική φωτογραφία

    Η καλλιτεχνική φωτογραφία διδάσκεται; Ή μήπως αρκεί η γνώση της τεχνικής, που μπορεί να μεταδοθεί από έναν μάστορα του είδους;

    «Η γνώση της τεχνικής είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί για να γίνει καλλιτεχνική η φωτογραφία. Όπως σε όλα τα είδη της τέχνης, το “καλλιτεχνικό” είναι η ανεπανάληπτη συνεισφορά του καλλιτέχνη και είναι “προϊόν” της έμπνευσης, που δε διδάσκεται. Αντίθετα με τη λογοτεχνία, όπου κάτι τέτοιο είναι εύκολα αναγνωρίσιμο και σαφές, στη φωτογραφία σήμερα επικρατεί μεγάλη σύγχυση, κυρίως λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, όπου τα προγράμματα και οι αυτοματισμοί στις σύγχρονες ψηφιακές μηχανές κάνουν τα προϊόντα αδαών να φαίνονται στους αδαείς “καλλιτεχνικά”».

    Η δουλειά σας για τον Καβάφη ήταν μια μοναδική φωτογραφική εικονογράφηση κάποιων ποιημάτων του μεγάλου Αλεξανδρινού. Η «American Library Association» το κατέταξε στα 10 ωραιότερα βιβλία του 2011. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα και ποιες δυσκολίες συναντήσατε;

    «Ξεκίνησε ως παραγγελία από έναν εκδότη για μια μικρή, συλλεκτική έκδοση, αλλά στην πορεία έγινε αυτό το πολυσέλιδο βιβλίο, που πολλοί το χαρακτήρισαν “άθλο”, γιατί δεν είναι δα και τόσο εύκολο να σκηνοθετήσεις 70 φωτογραφίες για ισάριθμα ποιήματα και να καταφέρνεις να συνυπάρχουν στο ίδιο βιβλίο προσωπικότητες των γραμμάτων και των Τεχνών μαζί με μοντέλα και λαϊκά παιδιά. Όσον αφορά τους διάσημους που συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο, δεν είχα μαζί τους καμιά ουσιαστική δυσκολία, ήταν απόλαυση η συνεργασία μας και τη χαρήκαμε αμφότεροι. Με μερικούς άσχετους νέους είχα κάποιες δυσκολίες και κυρίως με τα επαγγελματίες μοντέλα, που δεν ήξεραν την ποίηση του Καβάφη και δεν ήθελαν, ή δε μπορούσαν, να την προσεγγίσουν».

    «Πάντα γοητευτική η Λέσβος»

    Κάθε φορά που έρχεστε στη Λέσβο δε παραλείπετε να φωτογραφίζετε το νησί που επιλέξατε ως τόπο της εξοχικής σας κατοικίας. Μετά από τόσα χρόνια σάς γοητεύει ακόμα;

    «Με γοητεύει πολύ. Και αν μερικοί από τους κατοίκους της ήσαν αλτρουιστές, πολιτισμένοι, φιλόξενοι, δε ρύπαιναν τον τόπο με τα σκουπίδια τους και προστάτευαν τις ομορφιές του, το νησί θα ήταν περισσότερο διάσημο και επιθυμητό. Ίσως τότε ο κύριος Τσίπρας να είχε μάθει πως η Μυτιλήνη είναι η πρωτεύουσα της Λέσβου! Φωτογραφίζω τοπία του νησιού τουλάχιστον 28 χρόνια. Συχνά μάλιστα φωτογραφίζω το ίδιο θέμα ξανά και ξανά, ακόμα και μέσα στην ίδια χρονιά, γιατί σπάνια είμαι ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Έτσι μπορεί να έχω φωτογραφίσει το ίδιο τοπίο δεκάδες φορές και να συνεχίζω να το κάνω μέχρι να πετύχω τη φωτογραφία που θα μου αρέσει. Κι αυτό δε συμβαίνει μόνον τώρα, που οι ψηφιακές λήψεις δε στοιχίζουν τίποτα, αλλά και τότε που φωτογράφιζα με φιλμς και τα έξοδα ήταν πολύ μεγάλα. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωγραφική μου. Μερικές φορές κάποιοι νομίζουν πως ξανακάνω τον ίδιο πίνακα από ευκολία ή από έλλειψη νέων ιδεών. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι ο ίδιος πίνακας, αλλά παραλλαγές του, ώσπου να γίνει εκείνος, ο τελευταίος, που θα με ικανοποιήσει. Πρέπει πάντως να σας πω ότι κι αυτή η ικανοποίηση καμιά φορά μπορεί να είναι πρόσκαιρη και μερικά χρόνια μετά να μη μου αρέσει αυτό που ζωγράφισα και να το ξαναφτιάξω πάλι απ’ την αρχή, να του προσθέτω καινούρια στοιχεία ή να του αφαιρέσω κάποια».

    Τον τελευταίο χρόνο η Λέσβος έχει αποσπάσει την προσοχή και το ενδιαφέρον πολλών διασήμων καλλιτεχνών εξαιτίας του προσφυγικού. Το θεωρείτε σημαντικό;

    «Ασφαλώς. Πρόκειται για μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για διαφήμιση του νησιού αλλά και για προβολή του τεράστιου προβλήματος που είναι το μεταναστευτικό-προσφυγικό. Αν πάντως ο Αϊ Γουέι Γουέι δημιουργήσει, όπως δήλωσε, και προσφέρει ένα μνημείο στη Λέσβο και οι αρχές το δεχτούν, αυτό θα είναι πραγματικά πολύ σπουδαίο. Να είσαστε σίγουρος πως τότε θα δούμε, και θα γελάσουμε, με τις αντιδράσεις των άσχετων που δεν έχουν ιδέα για τη σύγχρονη Τέχνη και προπαντός για τη δουλειά του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη».

    Το χρηματιστήριο της Τέχνης

    Έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και φωτογραφίες σας πουλιούνται σε Ελλάδα και εξωτερικό σε πολύ υψηλές τιμές. Τι είναι αυτό που διαμορφώνει την τιμή ενός έργου τέχνης; Υπάρχουν υπερτιμημένοι καλλιτέχνες; Στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια της κρίσης πώς κινείται η αγορά;

    «Αντιλαμβάνεσθε πως, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν να φάνε, δε θα αγοράζουν έργα Τέχνης. Αντιθέτως, θα προσπαθούν να τα πουλήσουν και αυτό θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στην αγορά. Δυστυχώς, οι πρώτοι που επλήγησαν από την κρίση, που δημιουργήθηκε από μερικούς ξεδιάντροπους, εγκληματίες πολιτικούς, είναι οι καλλιτέχνες. Οι τιμές των έργων Τέχνης διαμορφώνονται ανάλογα με τη ζήτησή τους. Όταν η ζήτηση πέσει, τότε πέφτουν και οι τιμές. Στις δημοπρασίες η επιθυμία κάποιων να αποκτήσουν ένα σπάνιο έργο μερικές φορές ανεβάζει την τιμή του στα ύψη, χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται πάντοτε και στην πραγματικότητα. Και αυτό το αντιλαμβάνονται οι συλλέκτες όταν στο μέλλον βρεθούν σε δύσκολη θέση και θελήσουν επειγόντως να το πουλήσουν. Είχα κάποτε εκφράσει δημόσια την απορία μου για έναν Έλληνα που αγόρασε έναν Γύζη σε αστρονομική τιμή. Ε, όταν με την κρίση ο άνθρωπος χρεοκόπησε, δε μπόρεσε να εισπράξει ούτε το 1/10 των χρημάτων που είχε ξοδέψει».

    Σας έχουν χαρακτηρίσει ως έναν από τους πιο εμβληματικούς εκπροσώπους του σουρεαλισμού στη ζωγραφική. Τι είναι ο υπερρεαλισμός για σας; Πόσο σουρεαλιστής είσαστε στην προσωπική σας ζωή;

    «Προσέξτε, δεν ξυπνάω το πρωί σκεπτόμενος με ποια σουρεαλιστική ή μετασουρεαλιστική πράξη θ’ αρχίσω τη μέρα μου. Εκφράζομαι αυθόρμητα ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης και η ζωή μου δεν είναι ανεξάρτητη από τη δουλειά μου. Τη ζωή μου την κυβέρνησε και την κυβερνάει σε μεγάλο βαθμό η επιθυμία για δημιουργία και το όνειρο, γι’ αυτό δεν κατάφερε ποτέ να γίνει κανονική. Αν αυτό θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει και σουρεαλιστική, το αφήνω σε άλλους να το κρίνουν...».

    Ποιοι είναι οι προσωπικοί σας μύθοι στο χώρο της τέχνης;

    «Ο ρεαλισμός της φαντασίας είναι ο ανυποχώρητος προσωπικός μου μύθος, τόσο στη ζωγραφική όσο και στη φωτογραφία».

    Το μακρύ ταξίδι στην Τέχνη

    Έχετε συμπληρώσει 50 χρόνια θητείας στην τέχνη, ξεκινώντας ως αυτοδίδακτος και εξελισσόμενος ως ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες καλλιτέχνες στην Ευρώπη και στην Αμερική. Τι σας έδωσε αυτό το ταξίδι στην τέχνη;

    «Χαρά και δύναμη για να συνεχίζω να ζω και να ξεπερνάω τις δυσκολίες της ζωής. Δυσκολίες που τις περισσότερες φορές τις δημιουργούν οι ίδιοι οι συνάνθρωποί μας. Στην Ελλάδα, όπου η πίτα είναι μικρή, οι σκύλοι είναι περισσότερο εξαγριωμένοι. Ο φθόνος του αποτυχημένου και του ασήμαντου είναι πανταχού παρών, δεν ξέρεις πότε θα σε αιφνιδιάσει και πρέπει να είσαι πάντοτε έτοιμος να τον αποκρούσεις. Γι’ αυτό και ηρεμώ όταν βρίσκομαι εκτός Ελλάδος, γιατί σε κανέναν από αυτούς που συναναστρέφομαι δε λείπει τίποτα και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει.

    Χώρα χωρίς ελπίδα

    Ζώντας μεταξύ Μυτιλήνης, Αθήνας και εξωτερικού, πώς βλέπετε τη χώρα αυτά τα χρόνια της κρίσης; Τι νομίζετε ότι φταίει και οδηγήθηκαν τα πράγματα σε αυτήν την πολυδιάστατη χρεοκοπία; Υπάρχει δίοδος ελπίδας;

    «Καταρχάς, υπάρχει έλλειψη εμπνευσμένων, ταλαντούχων και τίμιων πολιτικών, αλλά φταίνε και οι ψηφοφόροι που στην πλειοψηφία τους δεν ξέρουν ποιον και γιατί ψηφίζουν. Δεν ψηφίζουν για το καλό του τόπου και των συνανθρώπων τους, αλλά ψηφίζουν αυτόν που τους υποσχέθηκε ότι θα τους διορίσει για να κάθονται και να εισπράττουν υψηλούς μισθούς χωρίς να δουλεύουν. Ψηφίζουν αυτόν που λέει τα περισσότερα ψέματα και υπόσχεται πράγματα που δε θα μπορέσει ποτέ να τους δώσει. Η πλειοψηφία των ψηφοφόρων, ιδίως των σημερινών νέων ανέργων, είναι χαβαλετζήδες, απόδειξη η εκλογή Λεβέντη, κακομαθημένοι τεμπέληδες, ανεύθυνοι, αδιάφοροι και τόσο αμόρφωτοι, που κανονικά δε θα έπρεπε να ψηφίζουν. Παρακολουθούν δε με πλήρη αναισθησία την καταστροφή της χώρας, που οφείλεται στην πιο ανίκανη και πιο παλαβή κυβέρνηση που έχει περάσει ποτέ, με σημαιοφόρο τον απερίγραπτο Βαρουφάκη, και είναι, τάχα μου, αριστερή, λαϊκή, την ώρα που το μισό υπουργικό συμβούλιο αποτελείται από εκατομμυριούχους και μάλιστα φοροφυγάδες! Δυστυχώς, οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους έχουν ένα χωράφι και δύο κότες για να ζήσουν και αδιαφορούν αν όλοι οι άλλοι καταστρέφονται, επειδή εκείνοι ψήφισαν τους πλέον ακατάλληλους. Όχι, δε βλέπω καμιά ελπίδα και, για να επανέλθω στους πολιτικούς, δε βλέπω κανέναν, από καμιά παράταξη, ικανό να αναλάβει τη χώρα, είναι όλοι κατώτεροι των περιστάσεων. Είμαι απελπισμένος και, όπως οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που γνωρίζω, δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, γιατί είμαστε η μειοψηφία. Έχω ακούσει ψηφοφόρους να λένε ότι ψηφίζουν τον τάδε, γιατί είναι όμορφος, ή δεν ψηφίζουν το δείνα, γιατί είναι χοντρός. Έτσι λοιπόν ο τρομακτικός όχλος ψηφίζει και αποφασίζει για τη χώρα και τη μοίρα της!».

    The Quarterly Review

    Posted on March 25, 2013 by Derek Turner


    “Harbours hitherto unseen” –

    the charm of Constantine Cavafy

    DEMETRIS DEMOPOULOS reviews a lavish tribute to the great Greek poet

    Shades of Love: Photographs Inspired by the Poems of C. P. Cavafy

    Dimitris Yeros, Insight Editions, Athens, 2012, hardback, 168pps., 60 Euros

    1. P. Cavafy is widely considered the most distinguished Greek poet of the twentieth century. He was born in 1863 in Alexandria, Egypt, where his Greek parents had settled in the mid-1850s. He lived in England (in Liverpool, where his family had business ties) for much of his adolescence, and developed both a command of the English language and a preference for the writings of Shakespeare and Wilde. During his lifetime Cavafy was an obscure poet, living in seclusion and publishing very little. A short collection of his poetry was privately printed in the early 1900s and reprinted with new verse a few years later, but that was the extent of his published poetry. Instead, Cavafy chose to circulate his verse among friends.

    Many of his poems are highly personal, and he also wrote many explicitly erotic poems. His work is both a glorification of the human body and its pleasures, and elegiac of love and death. Cavafy was also an avid student of history, particularly of the Hellenistic age, and so in his poems there is a plethora of references to events from this period. His language and his manner were his own inventions, reflecting both his temperament and his vast knowledge of the ancient civilisation.

    For those who are unfamiliar with his oeuvre, it might be useful to give examples of two of his best-known poems, starting with “Ithaca” (all poems translated by David Connolly):

    As you set out for Ithaca,

    Hope that the journey is a long one,

    Full of adventures, full of learning.

    Of the Laestrygonians and Cyclopes,

    Of wrathful Poseidon have no fear,

    You’ll never meet such like on your journey,

    If your thoughts remain lofty, if noble sentiments

    Grip your body and spirit. You’ll never encounter raging Poseidon,

    Laestrygonians and Cyclopes, unless you bear them in your soul,

    Unless your soul sets them before you.

    Hope that the journey is a long one.

    That the summer morns be many when with what delight, what joy

    You enter harbours hitherto unseen; that you stop in the Phoenician markets

    And acquire fine merchandise, nacre and coral, amber and ebony,

    And all kinds of heady perfumes as you can; that you visit many Egyptian cities,

    To learn and learn from the erudite.

    Always keep Ithaca in mind.

    To arrive there is your destination.

    But in no way rush the voyage. Better for it to last many years; and for you

    To berth on the isle an old man, rich with all you gained on the journey,

    Without expecting Ithaca to give you riches. Ithaca gave you the wonderful

    Voyage. Without her you would not have begun the journey. Yet she has nothing more to give you.

    “And though you may find her wanting, Ithaca has not deceived you.

    Wise as you’ve become, with such experience, you’ll have already understood what these Ithacas mean.

    Another perennial favourite is “Thermopylae”:

    Honour to those who in their lives resolved to defend some Thermopylae.

    Never wavering from duty; just and forthright in all their deeds,

    But with pity and compassion too; generous whenever rich, and when

    Poor, still generous in smaller ways, still helping all they can; always speaking the truth, yet without hatred for those who lie.

    And still more honour is their due, when they foresee (and many do foresee)

    That Ephialtes will eventually appear, and the Medes will, in the end, get through.

    Dimitris Yeros is a renowned painter and innovative artist. His photographs have been shown in many exhibitions in Greece and abroad, mainly in the USA. In his latest book, he presents selected Cavafy poems that have been elegantly Englished by David Connolly of the Aristotle University of Thessaloniki, paired with an image that complements that poem. There are nearly seventy photographic illustrations using a mixture of models and fellow members of the artistic community. The overall effect is one of great visual richness.

    Edward Albee, one of the most important contemporary American dramatists (best known for Who’s Afraid of Virginia Woolf?, The Zoo Story, The Sandbox, and The American Dream) has written the foreword and the introduction is by American poet and arts reviewer John Wood. Albee writes:

    I remember I began reading Cavafy when I was quite young – when all the juices which sprang from his poetry were within me as well. I read him in translation, of course, and, first, in imperfect readings; then as the equivalencies improved, in better versions of the original. In whatever readings, I found his poetry so vivid, so personal, so beautiful, so powerful that I was aware of being in the presence of a great poet, one whose concerns echoed mine and whose mastery was thrilling.

    Most of the poems are enhanced with photographs of nude handsome young men where they play with the theme of desire and memory. Homoeroticism, intrigue, humour, hedonism and despair are everywhere in the book. However, among Yeros’s models are prominent members of the artistic community such as Jeff Koons, Gabriel Garcia Marquez, Gore Vidal, Tom Wesselmann and Clive Barker, Olympia Dukakis, Carlos Fuentes and Naquib Mahfuz. These notable names come from Yeros’s idea to use “people from the world of letters and the arts…who knew and admired Cavafy’s poetry”.

    The translated poems are each set at the centre of a huge white page and accompanied by full page illustrations. David Connolly has made worthy efforts to translate in a way that is both distinctive and artistic. Cavafy’s use of the Greek language was rather bizarre and he has a reputation of being difficult to translate.

    Inside the book there are many fine combinations of poems and photos. On page 60 is “The souls of old men” –

    In their aged, wasted bodies dwell the souls of old men.

    How pitiful the poor things are and how weary of the wretched life they lead.

    How they tremble lest they lose it and how they cherish it

    These confounded and contradictory souls – so tragicomical – that dwell

    In their aged, ravaged hides.

    The poem is accompanied by a characteristic photo of five old men at Pamfila (Lesbos Island) full of wrinkles, staring compassionately into the lens.

    quarterly 02

    In another example (p. 118), “Supplication” describes the prayer of a sailor’s mother to the Virgin Mary for the safe return of her son. However,

    The sea took a sailor to its depths. –

    Unaware, his mother goes and lights a long candle to the Holy Virgin

    for his swift return and for fair weather – and always she has her ear

    to the wind. But while she prays and supplicates, the icon listens grave and

    sorrowful, knowing the son she awaits is not coming back.

    To accompany the poem, Yeros has chosen the Oscar-winning actress Olympa Dukakis in typical Mediterranean costume, complete with black kerchief, holding a long candle while her face wears a sorrowful expression.

    quarterly 03

    One of my favourite poems is “Che Fece…Il Gran Rifiuto” (“for some people there comes a day when they are obliged to say either Yes or No”).

    For some people there comes a day

    when they are obliged to say either Yes or No.

    It is immediately clear who has the Yes ready within, and saying it goes

    far beyond to honour and conviction.

    Refusing, the other has no regrets. If asked again,

    he would still say no. And yet he is beset by that no – the right one – throughout his life.

    Cavafy has borrowed the phrase from Dante’s Divine Comedy. The precise phrase is “Colui Che fece per viltate il gran rifiuto” (“the refusal to life that is worthy of eternal damnation” – an allusion to Celestine who became Pope in 1294 and abdicated five months later, saying “the great No”). Dante sees this as an act of cowardice, but Cavafy sees it as honourable. Yeros has chosen an enigmatic illustration of the late Gore Vidal, one of the “Popes” of American literature, as accompaniment.

    Cavafy himself divided his poetry into three thematic areas: historical, philosophical and sensual, with the hedonistic as a sub-category of the sensual. Although the sensual theme is dominant in Yeros’s book, the reader will find much value in the other two areas of Cavafy’s poetry, the historical and the philosophical. Perhaps we should consider this book as a first step into Cavafy’s mythical world. As he wrote in “First Step” in 1910:

    Even though you stand on the first step, you still ought to be proud and happy. To have come so far is no small matter; to have done so much is great glory.

    DEMETRIS DEMOPOULOS writes from Athens



    11 JULY 2012



    Τετάρτη, 11 Ιούλιος 2012 21:27


    συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Μπούρα

    Ο Δημήτρης Γέρος αποκαλύπτει στιγμιότυπα από το δικό του φωτογραφικό ταξίδι προς την καβαφική «Ιθάκη» με αφορμή την κυκλοφορία του υπέροχου λευκώματος Dimitris Yeros, Shades of Love – Photographs inspired by the poems of C. P. Cavafy.

    Πρώτα διαλέξατε τα ποιήματα και μετά τους «ήρωες» που θα τα ενσαρκώσουν ή μήπως κινηθήκατε αντίστροφα; Από τα μοντέλα δηλαδή προς τα ποιήματα;

    Πρώτα έβλεπα ποια ποιήματα μου έδιναν εικόνες που να μπορούν να γίνουν φωτογραφίες, αυτόνομες και ανεξάρτητες, ακόμα και για εκείνον που δε γνωρίζει τα συγκεκριμένα ποιήματα του Καβάφη, που να μη χρειάζονται δηλαδή την υποστήριξη των στίχων για να είναι κατανοητές και να υπάρξουν. Μετά αναζητούσα τα κατάλληλα μοντέλα.

    Πρέπει εδώ να σας πω –το λέω άλλωστε και στον επίλογο του βιβλίου μου– ότι φρόντιζα να επιλέγω «μοντέλα» που να έχουν κάποια σχέση είτε με τον ποιητή είτε με την ποίησή του. Δηλαδή επέλεξα ένα γνωστό γκέι ποιητή, τον Richard Howard, για να μπει στη θέση του Καβάφη, έναν πραγματικό γλύπτη, τον Arman, για να υποδυθεί τον Τυανέα, το γλύπτη του ποιήματος, τον Gabriel Garcia Marquez με την περιπετειώδη ζωή για την «Ιθάκη», τον Jeff Koons με τα χαζοχαρούμενα ποπ έργα για το «Σπίτι με κήπο» και ούτω καθεξής.

    Ακόμα και για το ποίημα «Στου καφενείου την είσοδο» επέλεξα να κάνω τη φωτογράφιση στο γνωστότερο γκέι καφέ της Νέας Υόρκης, το Factory, όπου νομίζω θα σύχναζε και ο Καβάφης, αν ζούσε σήμερα εκεί. Δεν ξέρω αν πρωτοτύπησα και πόσο επέτυχα, πάντως ήταν πολύ δύσκολη και κουραστική η όλη προσπάθεια. Επειδή ακριβώς δεν έβρισκα τα κατάλληλα μοντέλα, γι’ αυτό περιορίστηκα στα 67 ποιήματα που, ούτως ή άλλως, είναι πολλά για ένα φωτογραφικό βιβλίο.

    Τώρα, δώδεκα χρόνια μετά, κρατώντας στα χέρια σας αυτό το λεύκωμα νιώθετε σαν να φτάσατε στη δική σας φωτογραφική «Ιθάκη»;

    Δεν υπάρχει πραγματική «Ιθάκη». Υπάρχουν φανταστικές «Ιθάκες» και είναι οι στόχοι που βάζουμε ελπίζοντας πως αν τους επιτύχουμε, θα ικανοποιηθούμε.

    Σχετικά με το βιβλίο μου, ναι, καλώς ή κακώς πάντως έφτασα, και όπως για τον Καβάφη, έτσι και για μένα αυτό που αποδείχθηκε ενδιαφέρον δεν ήταν η άφιξη στην «Ιθάκη» αλλά το περιπετειώδες και καταπληκτικό ταξίδι.

    Θα ριχνόσασταν ξανά στην ίδια ή σε ανάλογη περιπέτεια;

    Ξαναρίχτηκα και ήδη έχει δρομολογηθεί να εκδοθεί ακόμα ένα φωτογραφικό βιβλίο μου, πάλι στην Αμερική. Πρόκειται για ένα ποιητικό κείμενο που είχε γράψει πριν από χρόνια ο Edward Albee για μια φωτογραφία μου και το οποίο εν συνεχεία με ενέπνευσε για να κάνω κι άλλες φωτογραφίες.

    Διαβάζετε σύγχρονη ποίηση;

    Φυσικά και διαβάζω ποίηση. Πολλοί από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και αρκετοί ξένοι είναι φίλοι μου. Πιστεύω ότι έχουμε εξαιρετικούς ποιητές, καλύτερους από πολλούς ξένους. Δυστυχώς όμως, απ’ τη μια η συνήθως ελληνοκεντρική θεματογραφία τους κι απ’ την άλλη η πολύ ωραία και πλούσια γλώσσα που έχουμε δε βοηθάνε για να μεταφραστούν ώστε να τους μάθουν και εκτός Ελλάδος. Αλλά νομίζω πως και οι ίδιοι οι ποιητές δεν προσπαθούν να ξεπεράσουν τα σύνορα. Κάποιοι από αυτούς έχουν βάλει στόχο τα πενιχρά και κατασκευασμένα κρατικά βραβεία και, επαναπαυόμενοι, προτιμούν τις συναθροίσεις σε μαγειρεία των Εξαρχείων αντί του διεθνούς στίβου. Απ’ την άλλη η ποίηση, διεθνώς, δεν πουλάει όπως συμβαίνει με την πεζογραφία και δεν έχει εμπορικό ενδιαφέρον για τους εκδότες. Φαντάζομαι να γνωρίζετε κι εσείς από πρώτο χέρι ότι οι εκδότες είναι σκέτοι έμποροι, άπαντες. Κανείς δεν εκδίδει ένα βιβλίο επειδή είναι καλό αλλά επειδή θα οικονομήσει. Όμως τα γράμματα και οι τέχνες εξαρτώνται κυρίως από τους εμπόρους. Αν ο έμπορος-εκδότης εισπράττει από τα βιβλία σου, τότε σε διαφημίζει, σε προωθεί, σε οδηγεί στα βραβεία. Κάποτε έλεγα στον Λευτέρη Πούλιο ότι δεν έχω πια καμιά ελπίδα να γίνω Πικάσο, εννοώντας τη φήμη του Πικάσο. Και μου απάντησε: «Μα αυτό δεν εξαρτάται από εσένα!»

    Πόσο τολμηρή θεωρείται σήμερα η φωτογράφιση του αντρικού γυμνού σε τρυφερές ομοφυλοφιλικές ερωτικές στάσεις; Είναι κάτι ξεπερασμένο ή μήπως έχει πολλά ακόμα να μας δώσει;

    Μου είπαν μερικοί ότι το βιβλίο μου είναι τολμηρό. Εγώ πιστεύω ότι τα ποιήματα είναι τολμηρότερα των φωτογραφιών. Για την εποχή δε και τη χώρα στην οποία γράφτηκαν θα πρέπει να ήταν και προκλητικότατα.

    Έλληνες λογοτέχνες, φίλοι μου, συνομήλικοί μου, που γράφουν και κριτικές σε μεγάλες εφημερίδες, αλλά και δημοσιογράφοι, μου είπαν ότι το ελληνικό κοινό δεν είναι έτοιμο ακόμη για τέτοια βιβλία και όχι μόνο δε δημοσίευσαν λέξη γι’ αυτό αλλά ούτε ένα μπιλιέτο δε μου έστειλαν. Και ξέρω ότι οι ίδιοι στέλνουν γράμματα σε δεύτερους και τρίτους ομοτέχνους τους για να τους ευχαριστήσουν ή να υμνήσουν τα λογοτεχνικά τους κατορθώματα αλλά σ’ εμένα τίποτα. Μα τόσο ανόητοι είναι; Νομίζουν ότι άμα γράψουν για το βιβλίο μου, θα χαρακτηριστούν; Μόνον η Ελισάβετ Κοτζιά έγραψε δυο λόγια στην Καθημερινή, αλλά αυτή, βλέπεις, είναι γυναίκα και δε φοβάται μήπως την πούνε «πούστη»!

    Α, έγραψε κι ο θαρραλέος Ντίνος Χριστιανόπουλος.

    Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, κυρίως ξένοι, και ήταν πολλοί αυτοί, που δεν τους άρεσε γιατί δεν το βρήκαν καθόλου τολμηρό και περίμεναν να δουν όργανα εν στύσει και εν χρήσει. Με άλλα λόγια, να δουν απροκάλυπτα ό,τι περίπου λένε οι στίχοι. Αλλά, δυστυχώς, δεν μπορώ να δημιουργώ σύμφωνα με τα πρότυπα των διάφορων άσχετων με τη φωτογραφία λογοτεχνών εξ επαρχίας που ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ για να δείχνουν τάχα μου προοδευτικοί, ενώ στην πραγματικότητα είναι οι πατριάρχες της συντήρησης, αλλά ούτε και σύμφωνα με τις διαστροφές των ανικανοποίητων και κατά συρροήν απορριφθέντων γκέι.

    Σε έναν πολιτισμό που μας κατακλύζει καθημερινά με πολυάριθμες εικόνες, ποια είναι η συνεισφορά και ο ρόλος του φωτογράφου; Είναι θέση εξουσίας και δύναμης; Ή μήπως ο καλλιτέχνης ασφυκτιά μέσα σε τόση φωτορύπανση (επιτρέψτε μου το νεολογισμό);

    Νομίζω πως υπάρχουν δύο ειδών φωτογράφοι: αυτοί που καταγράφουν τα γεγονότα και την καθημερινότητα και αυτοί που κάνουν τέχνη. Υπάρχουν καλοί φωτογράφοι που συχνά καταγράφουν τα γεγονότα με καλλιτεχνικό τρόπο και ωραία αισθητικά αποτελέσματα και αρκετοί, πιστεύω οι περισσότεροι, κακοί καλλιτέχνες που δημιουργούν απαίσιες φωτογραφίες. Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που κάνουν γάμους και βαφτίσια, αλλά δεν υπολογίζονται. Πάντως με τόση και τόσο προσιτή τεχνολογία είναι γεγονός πως κατακλυζόμαστε από φωτογραφικά σκουπίδια. Ο καθένας πια μπορεί να τραβάει φωτογραφίες. Υπάρχουν καλλιτέχνες που είναι απαράδεκτοι και τεχνοκριτικοί ακόμα χειρότεροι που τους υποστηρίζουν. Ένα κακοφωτογραφημένο αποτσίγαρο του δρόμου μπορεί να γίνει, για τον πρωτοπόρο της βλακείας τεχνοκριτικό, θέμα διατριβής! Υπάρχουν πλήθος τέτοιοι ατάλαντοι, ανίκανοι και τεμπέληδες που δημιουργούν παρέες και κυκλώματα, υποστηρίζουν με σθένος ο ένας τον άλλον, τρέχουν παρακαλώντας να συμμετάσχουν στις διάφορες, και εντελώς αδιάφορες πια, μπιενάλε και επειδή οι γκαλερί δε θέλουν τη δουλειά τους, γιατί κανέναν δεν ενδιαφέρει και κανείς δεν την αγοράζει, αυτοί νομίζουν ότι είναι εκτός κυκλώματος και πολεμούν περιχαρακωμένοι στον σαθρό δικό τους κόσμο με ξύλινα σπαθάκια εναντίον του κυκλώματος που τελικώς υπάρχει μόνο στη φαντασία τους.

    Αλλά το ξαναείπα, όλα είναι εμπόριο και χρήμα. Αυτό είναι και το μόνο κύκλωμα: άμα πουλάς, τότε εκθέτεις. Όταν ο έμπορος-γκαλερίστας κερδίζει, τότε αυτός θα πείσει και τον τεχνοκριτικό και τον μισθοσυντήρητο επιμελητή και διευθυντή μουσείου να σε προσέξει, να σε προωθήσει και να σε βραβεύσει.

    Γιατί, εκτός από τις φωτογραφίες για τα ποιήματα του Καβάφη, δεν εκθέτετε και τις άλλες φωτογραφίες σας στην Ελλάδα;

    Γιατί δεν έχω χρόνο για να κάνω πολλές εκθέσεις και προτιμώ να τον διαθέτω για να κάνω έργα. Αλλά πού να εκθέσω εδώ τις φωτογραφίες μου και με ποιους όρους; Η φωτογραφία δεν έχει γίνει ακόμη στην Ελλάδα αποδεκτή ως εικαστικό έργο και επομένως δεν έχει κέρδη για τους γκαλερίστες. Πρέπει λοιπόν να γίνω ένας από τους αυλικούς των διευθυντών κάποιων οργανισμών και «μουσείων», και να πληρώσω κι από πάνω τα παραφουσκωμένα έξοδα της έκθεσης. Αυτά δεν ήταν ποτέ του τύπου μου.

    Το να είσαι ποιητής στους σύγχρονους, κρίσιμους καιρούς μας είναι δονκιχωτικό. Το να είσαι φωτογράφος πώς είναι;

    Το ίδιο και χειρότερο, γιατί για τους ποιητές τουλάχιστον όλοι ξέρουν ότι είναι εγγράμματοι και υποθέτουν πως μοχθούν κάπως για να γράψουν ένα ποίημα. Αντιθέτως, για τους φωτογράφους, κυρίως στην Ελλάδα, νομίζουν ότι είναι ένα είδος αστοιχείωτων τεχνιτών που όλα τα κάνουν μ’ ένα απλό κλικ. Δε φαντάζονται πόσο μόχθο θέλει για να γίνει μια καλή φωτογραφία και πόσο χρονοβόρα ασχολία είναι. Ευτυχώς στο εξωτερικό τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα και η θέση της φωτογραφίας συνεχώς εδραιώνεται.

    Ποια είναι για εσάς τα διακριτά όρια ανάμεσα στην ερωτική τέχνη και την πορνογραφία; Ή μήπως δεν υπάρχουν;

    Έχω δει σε ταινία τον Jeff Koons και την πορνοστάρ Τσιτσιολίνα να κάνουν τα πάντα στο σεξ και να τα δείχνουν όλα πεντακάθαρα. Ο Koons υποστηρίζει ότι αυτό που έκανε ήταν έργο τέχνης, εγώ λέω πως ήταν απλώς πορνό, γιατί όσο και να ήθελε εκείνος η εκδιδόμενη Τσιτσιολίνα τον ανέτρεπε όχι λόγω των πράξεων αλλά λόγω του ταμπεραμέντου και του χαρακτήρα της, αφού ως εκδιδόμενη δεν μπορεί παρά να επιδείξει αυτό που μόνον έχει: το φτηνό και χυδαίο. Ε, αυτό το συγκεκριμένο πορνογράφημα το έχουμε δει σε διάφορα μουσεία ως τέχνη. Αλλά τουλάχιστον αυτό ήταν υπερπαραγωγή με τα όλα της και οι πρωταγωνιστές ήταν ωραιότατοι και όχι σαν εκείνο τον Έλληνα φουκαράκο-καλλιτέχνη της επαρχίας, που τον χώνει σε… καρπούζι.

    Αντιμετωπίζετε συχνά τη στενομυαλιά των «τα φαιά φορούντων» (για να θυμηθούμε τον Καβάφη); Σας έχει βάλει σε περιπέτειες (δικαστικές ή άλλες) η εμμονή σας με το αληθινό; Πιστεύετε ότι ζούμε σε μια υποκριτική και σεμνότυφη εποχή; Ξαναγυρίζουμε στο Μεσαίωνα ή μήπως λάμπει στο εγγύς μέλλον μια νέα Αναγέννηση;

    Με έχει βάλει κατά κάποιον τρόπο σε μπελάδες, αλλά όχι σοβαρούς. Για παράδειγμα όταν πριν από δεκατρία χρόνια έβγαλα το βιβλίο μου Θεωρία Γυμνού έχασα τους μισούς φίλους, και δυο τρεις «αδελφές» δημοσιογράφοι το χλευάσανε από φθόνο.

    Αλλά οι υποκριτές και οι σεμνότυφοι θα είναι πάντοτε μέρος της ζωής και της κοινωνίας. Όσο πιο καταπιεσμένος είναι κανείς, όσο περισσότερα προβλήματα έχει με τον ανδρισμό του, τόσο πιο άσχημα και βίαια θα αντιδρά. Όλοι αυτοί που κράζουν τους ομοφυλόφιλους είναι κάτι φασιστοειδή υποκείμενα που άμα τους εγγυηθείς πώς ό,τι κάνουν θα μείνει επτασφράγιστο μυστικό, θα ξεπεράσουν σε αίσχη ακόμα και την ίδια την Τσιτσιολίνα. Αυτά όμως όλοι τα ξέρουμε· οι μόνοι που αρνούνται να τα παραδεχτούν και που θα τους βοηθούσε πολύ αν το έκαναν είναι οι κακόμοιροι υποκριτές. Ο Μεσαίωνας λοιπόν και η Αναγέννηση θα υπάρχουν. Από μας εξαρτάται πώς θέλουμε να ζήσουμε. Ο Μεσαίωνας δυστυχώς είναι ακόμη πανίσχυρος, γι’ αυτό και οι γκέι κάνουν παρελάσεις και επιδεικνύονται. Είναι ένα είδος αντίδρασης, να δείξουν πως υπάρχουν, πως είναι ένα μεγάλο και ενεργό μέρος της κοινωνίας. Και μην ξεχνάτε πως στην προοδευτική, υποτίθεται, Νέα Υόρκη οι γκέι ζούνε ακόμη απομονωμένοι!

    Ποια είναι η εικαστική σας αντίληψη για τον Ερμαφρόδιτο ως σύμβολο συνένωσης των αντιθέτων; Στην αρχαιότητα υπήρχαν πολλά αγάλματα δίφυλων όντων και ο Σεφέρης μιλά για «τον κοίλο Ερμή και την κυρτή Αφροδίτη». Τι φταίει και πέρασε αυτή η ύψιστη συμβολοποίηση της αθάνατης Ψυχής στην πλήρη εικαστική ανυποληψία;

    Οι εικαστικοί καλλιτέχνες, και μάλιστα οι περισσότερο ταλαντούχοι, παλαιότερα ήταν στην υπηρεσία κάποιου ηγεμόνα. Σήμερα είναι κυρίως στην υπηρεσία των εμπόρων. Έργα με τέτοια θεματογραφία δε νομίζω ότι θα είχαν εμπορικό ενδιαφέρον κι επομένως δε γίνονται. Αλλά πόσοι σύγχρονοι καλλιτέχνες σήμερα νομίζετε ότι γνωρίζουν ποιος είναι ο Ερμής και ποια η Αφροδίτη; Οι περισσότεροι δε γνωρίζουν καν την ανάμειξη των χρωμάτων και περιμένετε να ασχοληθούν με τέτοια θέματα;

    Είστε ικανοποιημένος από τη μέχρι τώρα πορεία σας; Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον; Δουλεύετε με προοπτική; Είστε του προγράμματος;

    Όχι, δε θα έλεγα πως είμαι ικανοποιημένος από την πορεία μου. Καμιά φορά ίσως και να είμαι, αλλά είναι τόσο μικρή η ικανοποίηση, που δεν την πολυκαταλαβαίνω.

    Αν όμως άρχιζα τώρα, μάλλον θα ξεκίναγα με άλλο τρόπο. Δεν εννοώ ότι θα έκανα βίντεο και τέτοιες ευκολίες, γιατί κι αυτά τα έκανα γύρω στο 1975-1980, στην ώρα τους δηλαδή.

    Γενικώς δουλεύω με πρόγραμμα και προοπτική γιατί έχω πολλές υποχρεώσεις με τις γκαλερί και δεν μπορώ να είμαι «χύμα». Αλλά, ενδιαμέσως, όταν αισθανθώ ότι η ασφυξία πλησιάζει, τα παρατάω όλα και κάνω αυτό που με ευχαριστεί και με ανανεώνει. Έχω εφεύρει μια καλή δικαιολογία: λέω ότι ξαφνικά έπαθα ένα ατύχημα, ότι αρρώστησα, και μπήκα στο νοσοκομείο για μερικές ημέρες. Επομένως δεν μπορώ να ανταποκριθώ σε καμιά υποχρέωση κι έτσι βγαίνω από την ασφυξία.

    Πού πάει η ζωγραφική σήμερα; Ξεφύγαμε ανεπιστρεπτί από την παραστατικότητα του ανθρώπινου γυμνού; Υπάρχουν μεγάλοι σύγχρονοι ζωγράφοι που λατρεύουν με το χρωστήρα και τη ματιά τους το ανδρικό σώμα;

    Φοβάμαι πως οι λίγοι ζωγράφοι που έχω δει να ασχολούνται στις μέρες μας με το ανδρικό γυμνό είναι μάλλον ασήμαντοι. Συνήθως ασχολούνται μ’ αυτό σε μεγάλη ηλικία, γιατί τότε νιώθουν πιο ασφαλείς, και καθώς είναι στερημένοι και πια δεν τους ποθούν, παρασύρονται από το πάθος τους για το σώμα και χάνουν τον έλεγχο της ζωγραφικής. Πρέπει να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι σε ξένους ζωγράφους και όχι σε Έλληνες που μάλλον δε γνωρίζω καλά.

    Αν αρχίζατε σήμερα ως εικαστικός καλλιτέχνης και πηγαίνατε σε μια Σχολή Καλών Τεχνών, ποιον θα διαλέγατε για δάσκαλό σας;

    Τον Ντα Βίντσι, τον Μποτιτσέλι και τον Νταλί.

    Η καλλιτεχνική φωτογραφία διδάσκεται; Ή μήπως αρκεί η γνώση της τεχνικής, που μπορεί να μεταδοθεί από ένα μάστορα του είδους;

    Η γνώση της τεχνικής είναι οπωσδήποτε απαραίτητη αλλά δεν αρκεί για να κάνει μια φωτογραφία καλλιτεχνική. Όπως σε όλα τα είδη της τέχνης, το «καλλιτεχνικό» είναι η ανεπανάληπτη συνεισφορά του καλλιτέχνη και είναι «προϊόν» της έμπνευσης, που δε διδάσκεται. Αντίθετα με τη λογοτεχνία, όπου κάτι τέτοιο είναι εύκολα αναγνωρίσιμο και σαφές, στη φωτογραφία σήμερα επικρατεί μεγάλη σύγχυση, κυρίως λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, όπου τα προγράμματα και οι αυτοματισμοί στις σύγχρονες ψηφιακές μηχανές κάνουν προϊόντα αδαών να φαίνονται στους αδαείς «καλλιτεχνικά».

    Σας ευχαριστώ πολύ για την εποικοδομητική συνομιλία μας.

    Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

    (Το βιβλίο διανέμεται στην Ελλάδα από τον Χριστάκη, Ιπποκράτους 10, Αθήνα, τηλ.: 210 3607876)

    diastixo 02

    Shades of Love
    photographs inspired by the poems of C. P. CAVAFY
    Dimitris Yeros
    translated from the Greek by David Connolly,
    foreword by Edward Albee,
    introduction by John Wood,

    Insight Editions, San Rafael, California, hardcover,
    170 pages,
    9,25*12,75 inches.



    The book Shades of Love, with photographs of renowned painter and photographer Dimitris Yeros has made it to the shortlist of top ten books honored by the American Library Association’s Over the Rainbow Books.

    The 170-page long collection of photographs inspired by the classic poems of one of Greece’s greatest writers, Constantine P. Cavafy, has been out in bookstores for a year now by Insight Editions, California.

    Yeros has produced nearly seventy photographic illustrations using a mixture of models and fellow members of the artistic community.

    The books’ foreword belongs to Edward Albee, one of the most important contemporary American dramatists, and the introduction to American poet and arts reviewer John Wood. According to the latter, there is “certainly no contemporary photographer more poetic in the larger contexts of the term than Dimitris Yeros is, but he is also poetic in the smallest and most technical contexts, as well. In these photographs he does not focus on the complete poem, Cavafy’s full narrative of the event, but on its most shimmering moment. These photographs then are synecdoches, classic poetic and rhetorical figures in which a part is used to suggest the whole….Yeros has created one of the most lyrical evocations of masculinity within the photographic arts.”

    Being an admirer of Cavafy’s work, Yero’s photographs in Shades of Love were taken over several years in which the artist worked with models from a group of, as he puts it, “friends and acquaintances whose life or work was somehow connected with Cavafy.”

    Among Yeros’s models are prominent members of the artistic community such as Jeff Koons, Gabriel Garcia Marquez, Gore Vidal, Tom Wesselmann and Clive Barker – these notable names springing from the idea to use “people from the world of letters and the arts…who knew and admired Cavafy’s poetry.”

    In addition to its visual richness, the book presents new English poetic translation of Cavafy by David Connolly, award-winning translator and professor of translation at the Aristotle University of Thessaloniki.

    Dimitris Yeros was born in Greece. He was one of the first artists to present Performances, Body Art, Video Art, and Mail Art in Greece. He has had 52 individual exhibitions in Greece and abroad. He has also participated in numerous international group exhibitions, Biennales and Triennales in many parts of the world. His collaborations include John Stevenson Gallery, and Throckmorton Fine Arts in New York, Holden Luntz gallery in Palm Beach, Vance Martin Fine Arts in San Francisco and Kapopoulos Fine Art in Athens.

    Numerous works by Dimitris Yeros are found in many private collections, national galleries and museums worldwide: Tate Britain, Gety-LA, International Center of Photography-New York, National Portrait Gallery-London, The British Museum-London, Museum Bochum-Germany, Musee des beaux-arts de Mobreal-Canada and elsewhere.

    C P Cavafy, Dimitris Yeros, photography collection, Shades of Love

    - See more at:

    Kαθημερινή, 17-7-2011

    Ελισάβετ Κοτζιά



    Shades of love

    Photographs inspired by the poems of C.P. Cavafy

    Insight Editions, σελ. 166

    Μια συναρπαστική συγχώνευση ποίησης και εικαστικής τέχνης. Φημισμένος καλλιτέχνης, ο Δημήτρης Γέρος εμπνέεται από την καβαφική ποίηση και απεικονίζει σε εβδομήντα φωτογραφικά έργα του αποχρώσεις της καβαφικής γραφής. Όπως και του Καβάφη, το κεντρικό θέμα της τέχνης του Δημήτρη Γέρου είναι η ομορφιά – η ομορφιά όπως την αντικρίζουμε στο ανθρώπινο σώμα και την αιχμαλωτίζουμε με τη βοήθεια της μνήμης και της τέχνης. Παρ’ ότι ο Γέρος επιδιώκει την έκκληση του αισθησιασμού στη φωτογραφία, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο σώμα. Όπως και στην ποίηση του Καβάφη, ο ουρανός, η γη και τα άνθη συνυφαίνονται μέσα στα ευρύτερα συμφραζόμενα του πόθου και του πάθους. Η αγγλική καβαφική μετάφραση έγινε από τον David Connoly. Tο λεύκωμα προλογίζει ο Edward Albee ενώ η εισαγωγή είναι του John Wood.

    Παναγιώτης Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ,

    Η Αυγή, 20/07/2008


    Μέσα από μια θεωρία της επίδρασης διαβάζεις το έργο ζωγραφικής ως διπλό. Ξεφεύγεις από τον φορμαλισμό και εντάσσεις το έργο μέσα στην ιστορία. Η επίδραση είναι πάντα αγωνιστική, δύναμη για επικράτηση. Παίρνει ποικίλες μορφές. Η Αθηνά Σχοινά, επιμελήτρια της έκθεση αντιλαμβάνεται την επίδραση σαν "μια νοερή συνομιλία, ενός έμμεσου χαιρετισμού, μέσα από έναν εικαστικό λόγο νευμάτων που στέλνουν προς τους προγόνους της παλαιότερης γενιάς". Η φιλόδοξη έκθεση στο Ίδρυμα Κυδωνιέως έχει ακριβώς αυτόν ως στόχο της. Να προσδιορίσει τη σχέση δύο μεγάλων εικαστικών, του Σαράντη Καραβούζη και του Δημήτρη Γέρου με την παράδοση.

    Το έργο του Σαράντη Καραβούζη προσεγγίζεται στη σχέση με τον εικαστικό πρόγονό του, τον Τζιόρτζιο ντε Κίρικο. Στον Σαράντη Καραβούζη ο αινιγματικός χαρακτήρας του έργου αποκτά την ουσιαστικότητά του και την πληρότητά του. Για το έργο του ισχύει η διαπίστωση ότι έργα τέχνης που αποκαλύπτουν κάθε στοιχείο τους στον παρατηρητή δεν είναι έργα τέχνης. Μάλιστα, ο αινιγματικός τους χαρακτήρας δεν οφείλεται τόσο στην ανορθολογικότητά τους αλλά κυρίως στην ορθολογικότητα τους. Όσο πιο ορθολογικά κατασκευάζονται τόσο πιο ανάγλυφη είναι η αινιγματικότητά τους. Το πνεύμα μιας τέτοιας κατασκευαστικής αμφισημίας εντάσσει τον Καραβούζη στη μεταφυσική παράδοση. Αλλά και οι σκηνοθετικές λύσεις του Καραβούζη είναι παράλληλες με αυτές του προγόνου του. Για παράδειγμα, η πολλαπλή εστίαση του βλέμματος σε πολλά σημεία μέσα στο έργο είναι μια λύση που πρώτος έδωσε ο Ντε Κίρικο και διαφοροποιούσε το έργο του από αυτό της παράδοσης στην οποία το έργο έχει αυστηρή αρχή, μέση και τέλος.

    Οι ίδιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για το έργο του Δημήτρη Γέρου. Με τη διαφορά ότι εδώ οι σκηνοθετικές λύσεις που βρίσκει ο καλλιτέχνης θα αναχθούν στο πνεύμα του υπερρεαλισμού και κυρίως του Έλληνα εκπροσώπου του κινήματος, του Νίκου Εγγονόπουλου. Όποιος κατανοεί τα έργα του Γέρου με μια συνείδηση που εμμένει στενά στο πλαίσιό τους, μπορούμε να πούμε ότι αυτός τα κατανοεί και συγχρόνως δεν τα κατανοεί. Γιατί και σ’ αυτόν το αίτιο και το αιτιατό αποσυνδέονται αν και διατηρούν τη λογικοφανή συνοχή τους. Το οικείο ταυτίζεται με το παράδοξο ή το απρόβλεπτο. Και εδώ, όσο μεγαλώνει η κατανόηση τόσο εντονότερη γίνεται η αίσθηση ότι η κατανόηση δεν είναι επαρκής. Όσο καλύτερα κατανοεί κάποιος ένα έργο του Σαράντη Καραβούζη ή του Δημήτρη Γέρου τόσο πληρέστερα μπορεί το έργο να αποκαλύψει μια διάσταση της αινιγματικότητάς του αλλά, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, τόσο λιγότερο φωτίζει τη συστατική του αινιγματικότητα. Με τις έννοιες της ψυχολογίας θα λέγαμε ότι στο έργο του δεν ολοκληρώνεται το gestalt του, παραμένει ανοιχτό.

    Ο Δημήτρης Γέρος μάς θυμίζει, και εδώ θα εντοπιστεί η ουσιώδης συνάφεια του με τον υπερρεαλισμό, ότι η απαίτηση για εικαστικότητα στο όνειρο και με αυτήν την έννοια στο ίδιο το ασυνείδητο αποτελεί μία από τις βασικότερες συνιστώσες του. Ο Freud επισημαίνει πως το όνειρο "κάθε στιγμή πρέπει, για να διαφύγει από τη λογοκρισία, να βρει καινούργιες εξομοιώσεις, καινούργια σύμβολα γιατί τα παλιά έχουν καεί". Άλλωστε, μια συνεχής παραγωγή συμβόλων δεν αποτελεί το έργο του Γέρου;

    Ίδρυμα Κυδωνιέως, Χώρα-Άνδρου, Μέχρι 28 Σεπτεμβρίου 2008.

    Page 1 of 4

    Shades Of Love - Dimitris Yeros

    Book "Shades Of Love" Out now in Greece (January 2011 for the rest of the world). Click on the image to see some excrepts from the book. Price: €60 + postage

    The book Shades of Love was in 2011 on the shortlist for the ten top books honored by the American Library Association.

    Lesbos Diary Frontpage Footer

    A Lesbos Diary

    Published by Throckmorton Fine Art, New York 2020

    Zoom Magazine - Dimitris Yeros

    Click here to see samples from the portfolio on Dimitris Yeros as they appeared in the 2011 July issue of ZOOM magazine.

    Eyemazing Magazine fp

    Click here to see samples from the portfolio on Dimitris Yeros as they appeared in the 2012 March issue of EYEMAZING magazine.

    Dimitris Yeros Photographing Gabriel Garcia Marquez

    Dimitris Yeros Photographing Gabriel Garcia Marquez

    Published by Kerber Photo Art

    © 2017 Dimitris Yeros