- Super User
- Press
- Hits: 19

https://www.elculture.gr/blog/article/ovil-and-usman/
Μαρτίου 29, 2019 ● συνεντεύξεις
«Οβιλ και Ουσμαν»: Ενα ντοκιμαντερ του Δημητρη Γερου που ταραζει τα νερα
Κείμενο: Άννα Ρούτση
Email:
Είναι νέοι, αισιόδοξοι κι ερωτευμένοι. Ιδανικά; Όχι! Γιατί είναι γκέι, το έχουν σκάσει από την πατρίδα τους, ο ένας από το Μπαγκλαντές ο άλλος από το Πακιστάν, και φτάνουν στη Μόρια της Μυτιλήνης. Περνούν δυσκολίες, όπως είναι αναμενόμενο, αλλά κάπου εκεί γνωρίζουν και τον Δημήτρη Γέρο. Ο διάσημος εικαστικός έχει εδώ και δεκαετίες σπίτι στο νησί και από τη στιγμή που ξεκίνησε η προσφυγική κρίση την έχει παρακολουθήσει από κοντά, κάνοντας παράλληλα εκατοντάδες φωτογραφίσεις και μιλώντας με πρόσφυγες και κατοίκους. Μια αρχικά σχεδιασμένη συνέντευξη με τους Οβίλ και Ουσμάν εξελίχθηκε σε κάτι πολύ περισσότερο: Έγινε σενάριο με τους ίδιους να πρωταγωνιστούν σε ένα ντοκιμαντέρ για το ταξίδι προς την ελευθερία, τη σχέση τους, την ομοφυλοφιλία και τα «προβλήματα» που εξ’ αιτίας της αντιμετωπίζουν, τη Μόρια, τη ζωή στους καταυλισμούς, την εκμετάλλευση.
Ο Δημήτρης Γέρος μου μετέφερε μια γεύση απ’ όλα τα παραπάνω, κάνοντας παράλληλα μια σύντομη αναδρομή σε προηγούμενες καλλιτεχνικές του δραστηριότητες:
00:16 / 00:30

Εσείς που περνάτε πολύ καιρό στο νησί εδώ και χρόνια, πώς βλέπετε απ’ όλες τις πλευρές το ζήτημα;
Οι δύο νεαροί μετανάστες ήταν η αφορμή για να δείξω και ένα μεγάλο μέρος του μεταναστευτικού. Μου μίλησαν για τους λόγους που τους ανάγκασαν να φύγουν από τις πατρίδες τους, το περιπετειώδες ταξίδι τους, το πώς ζουν στη Μόρια. Στη Μυτιλήνη ήρθαν, και συνεχίζουν να έρχονται, χιλιάδες πρόσφυγες που ουσιαστικά τους συναντάς στη χώρα και στον καταυλισμό που είναι δίπλα στο ομώνυμο χωριό. Οι ντόπιοι αρχικά τους βοήθησαν πολύ. Όταν το 2015 έφταναν 5 – 6 χιλιάδες καθημερινά, χωρίς οργανωμένες δομές υποδοχής και περπατούσαν χιλιόμετρα το κατακαλόκαιρο για να φτάσουν στη Μυτιλήνη και να δηλωθούν στην αστυνομία, πολλοί κάτοικοι τους έδιναν νερό, φρούτα, φαγητό, ό,τι μπορούσαν. Υπήρχαν βέβαια κι άλλοι, οι ασυνείδητοι, που εκμεταλλεύονταν την κατάσταση για να τους μεταφέρουν έναντι αδράς αμοιβής ή να τους πουλήσουν πανάκριβα το νερό ή τις κάρτες. Αλλά η πλειοψηφία βοηθούσε. Μετά ανέλαβαν οι ΜΚΟ για να «σώσουν» την κατάσταση. Οι ταλαίπωροι πρόσφυγες σιτίζονται με φαγητό που εμείς ποτέ δεν θα το τρώγαμε, έτσι μερικοί αναγκάζονται να κλέβουν ζώα, να κόβουν ελιές για καυσόξυλα προκειμένου να μαγειρέψουν και να ζεσταθούν. Οι περισσότεροι δεν έχουν νερό για να πλυθούν. Πετάνε σκουπίδια όπου να είναι, δεν σέβονται το μέρος που τους φιλοξενεί, επίσης, σε μικρό ποσοστό βέβαια, αλλά όπου συμβαίνει συνέχεια, εκδηλώνεται εγκληματικότητα μεταξύ τους και ήταν επόμενο οι ντόπιοι να δυσανασχετούν και να αντιδρούν.
Στην ταινία υπάρχουν ορισμένες λήψεις που δείχνουν αυτές τις συνθήκες. Πώς αποκτήσατε πρόσβαση;
Στη Μόρια απαγορεύεται να μπουν συνεργεία και ιδιώτες. Εγώ συνάντησα μερικούς που είχαν κάνει βίντεο με τα κινητά τους και μου τα παραχώρησαν. Ο κόσμος δεν γνωρίζει τι συμβαίνει εκεί γιατί δεν έχει πρόσβαση. Τσακωμοί, πετροπόλεμος, φωτιές, βρώμα, στοιβαγμένοι στις σκηνές, άθλιο φαγητό…

Έχετε πει για την ταινία σας ότι: «Η δύναμη με την οποία αντιμετωπίζουν τη ζωή (οι πρωταγωνιστές της) και το κουράγιο τους, με έκανε να δημιουργήσω αυτό το ντοκιμαντέρ προκειμένου να ενθαρρύνω και άλλους μουσουλμάνους να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς καμία ενοχή για την ιδιαιτερότητά τους και παράλληλα να δείξω την αγάπη, τη θλίψη, τη μοναξιά, την απελπισία αλλά και τη μεγάλη λαχτάρα για ελευθερία και ζωή που χαρακτηρίζει αυτά τα παιδιά». Πόσο άσχημη μπορεί να ήταν η κατάσταση στη χώρα τους, ώστε να φύγουν ως πρόσφυγες;
Στις μουσουλμανικές χώρες η ομοφυλοφιλία απαγορεύεται και τιμωρείται. Στο Μπαγκλαντές, για παράδειγμα, σκότωσαν έναν δικηγόρο υπάλληλο της αμερικανικής πρεσβείας που είχε οργανώσει εκεί ένα γκέι κίνημα. Όμως υπάρχει και μια μεγάλη αντίφαση σ’ αυτές τις κοινωνίες: Αν είσαι θηλυπρεπής έχεις άλλη αντιμετώπιση, μπορεί κάποιοι λίγοι να σε «κράζουν» αλλά οι περισσότεροι σε «επιθυμούν», σε προσκαλούν ακόμη και στα πάρτι των ανδρών για να τους «διασκεδάζεις» έναντι αμοιβής. Μπορείς να είσαι τραβεστί και να αλλάξεις φύλο, να γίνεις γυναίκα! Οι ήρωές μου είχαν γνωριστεί μέσω φέισμπουκ, οργάνωσαν τη φυγή τους και συναντήθηκαν στη Μόρια.

Και μετά, τι έγιναν ο Οβίλ και ο Ουσμάν;
Ο ένας έγινε τραβεστί κι άλλαξε φύλο στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και ο άλλος παραμένει σύζυγος της τραβεστί. Εν τω μεταξύ πήραν άσυλο και τους έδωσαν σπίτι στη πόλη, όπου ζουν μαζί με άλλους ομοφυλόφιλους. Πάντως δεν νομίζω ότι ταλαιπωρήθηκαν ιδιαίτερα. Αντιθέτως, οι γκέι στη Μόρια έχουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από την υπηρεσία ασύλου και τις ΜΚΟ.

Αναφερθήκατε πριν στις ΜΚΟ κάπως δηκτικά. Γιατί;
Υπάρχει πολλή διαφθορά και αλητεία σε πολλές ΜΚΟ. Στη Μυτιλήνη το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά. Δυστυχώς μοιάζει να είναι απαραίτητες, αφού η κυβέρνηση δεν μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά, ακόμα και τα ειδικά κονδύλια δεν κατάφερε να τα απορροφήσει λόγω ανικανότητας. Σε πολλές οργανώσεις πάνε άνθρωποι συχνά με μεγάλους μισθούς που κάνουν τζάμπα διακοπές, καπνίζουν χόρτο, είναι όλη νύχτα στα μπαρ και ψάχνουν συντρόφους. Τα χρήματα π.χ. που παίρνει μια εταιρεία για να φτιάχνει φαγητό, δεν έχουν σχέση με αυτό που τους προσφέρει. Δεν δικαιολογούνται τα χρήματα που εισπράττουν. Για παράδειγμα, ενώ σχεδόν κανένας μετανάστης δεν πλένει τα δόντια του υπάρχει μια ΜΚΟ για την υγιεινή του στόματος των μεταναστών! Στις υπαίθριες βρύσες της Μόρια θα βρει κανείς εκατοντάδες βούρτσες και οδοντόπαστες πετάμενες, τις δοκιμάζουν και τις πετάνε. Είναι άνθρωποι με πολύ χαμηλό επίπεδο, θρησκόληπτοι και χωρίς πληροφορίες για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο.

Είναι αυτή η πρώτη σας σοβαρή σκηνοθετική δουλειά, αν και το 1977 είχατε κάνει μια ακόμη μικρού μήκους ταινία, το Yeros by Yeros. Έχετε κάνει σκηνικά και κοστούμια σε ταινία μυθοπλασίας και στο θέατρο. Αλλά επίσης δεν είναι καθόλου νέο το πώς επιλέγετε και να διαμαρτυρηθείτε μέσα από την τέχνη, έχετε πλούσιο ιστορικό, έτσι δεν είναι;
Το 1969 είχα κάνει έκθεση με έργα διαμαρτυρίας κατά της χούντας στο Γκαίτε της Θεσσαλονίκης και το ‘70 στη Νέα Γκαλερί της Αθήνας. Είχε προηγηθεί στην ίδια γκαλερί η έκθεση του Βλάση Κανιάρη με κόκκινα γαρίφαλα και γύψο. Οι δημοσιογράφοι είχαν καταλάβει το νόημα και οι εκθέσεις μου είχαν μεγάλη προβολή και αποδοχή από το κοινό. Το 1980 στην πρώτη έκθεσή μου που έγινε στην Κύπρο, μετά την κατάληψη από τους Τούρκους, είχα τυπώσει μια αφίσα με εμένα ντυμένο τσολιά, μετά έγινε μόδα και σάτιρα η εμφάνιση του κάθε τυχάρπαστου ντυμένου με την εθνική ενδυμασία. Με εκείνη τη φωτογραφία ήθελα να δείξω τους δεσμούς της Ελλάδας με την Κύπρο. Έχω κάνει μια έκθεση με έργα που έδειχναν λεκέδες ως διαμαρτυρία κατά του κίτρινου Τύπου. Ήταν οι «λεκέδες» που δεχόμουν, όταν άνοιγα μια εφημερίδα. Πριν δυο χρόνια στην γκαλερί Σκουφά της Αθήνας παρουσίασα μια ακόμη έκθεση-διαμαρτυρία, έδειχνα με ασπρόμαυρους πίνακες πρόσφυγες και μετανάστες να θαλασσοπνίγονται και πίνακες με πιθήκους που είχαν προφίλ γνωστών πολιτικών που επέρδοντο. Γιατί αυτή, δυστυχώς, είναι η σημαντικότερη παραγωγή τους, τα αέρια, και όχι να ασχολούνται με τα προβλήματα της χώρας, προβλήματα που εκείνοι δημιούργησαν.

Τι σας αρέσει στην εποχή μας;
Δε μου αρέσουν πολλά, κι όσο περνάει ο καιρός μου φαίνεται πως γίνομαι μισάνθρωπος. Οι άνθρωποι έχουν αλλάξει πολύ και δεν αντέχονται. Έχουν γίνει επιθετικοί, αγενείς, αμόρφωτοι, απομονωμένοι. Δεν κυκλοφορώ πολύ, δεν υπάρχουν πια πολλά πράγματα που να με ενδιαφέρουν, εξάλλου έχω δει αρκετά και έχω ζήσει πολύ έντονα από μικρός. Από τα 15 μου ζω με δικά μου χρήματα. Το ‘70 ζούσα ήδη τους μισούς μήνες του χρόνου στη Μύκονο. Έχω κάνει τα πάρτι μου, έχω ξεσαλώσει, έχω ξημερωθεί στις ντίσκο… Τώρα προσπαθώ να βάλω σε τάξη και να τελειώσω διαφορετικά θεματικά έργα που έχω στη μέση, ζωγραφικά και φωτογραφικά.
Μετά το 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι «Οβίλ και Ουσμάν» ταξιδεύουν σε φεστιβάλ του εξωτερικού, αρχίζοντας από τη Βαρσοβία και φτάνουν μέχρι τη Βόρεια Αμερική. Η ταινία έχει επίσης μεταφραστεί στα ισπανικά κι έχει πάρει διανομή στη Λατινική Αμερική.
Εφ. «ΕΜΠΡΟΣ» Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016 | Παναγιώτης Σκορδάς | Πολιτισμός
Ο διάσημος εικαστικός Δημήτρης Γέρος μιλά για την τέχνη, τη Λέσβο, την κρίση και την πολιτική.
«Υπάρχει έλλειψη εμπνευσμένων πολιτικών, αλλά φταίνε και οι ψηφοφόροι»

Η παρούσα συνέντευξη προγραμματιζόταν πάνω από έναν χρόνο. Οι πολλές όμως υποχρεώσεις του Δημήτρη Γέρου, τα συνεχή ταξίδια του στο εξωτερικό, οι εκθέσεις, οι εκδόσεις την έσπρωχναν συνεχώς προς το μέλλον. Μιλήσαμε λίγο πριν φύγει για Αμερική και Μεξικό, όταν και μου εμπιστεύτηκε μια συνεργασία για το «Λεσβιακό Ημερολόγιο» του 2016. «Όταν θα γυρίσεις, θα κάνουμε τη συνέντευξη. Ελπίζω να μην πάει τον άλλο χρόνο» του είπα στο τηλέφωνο πριν από δύο μήνες. Πραγματικά, η συνέντευξη έγινε στο μεταίχμιο του 2015 με το 2016.
Ο Δημήτρης Γέρος, ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες στο εξωτερικό, ζωγράφος και φωτογράφος με μισό αιώνα παρουσία στα πολιτιστικά πράγματα της χώρας, από τους πιο αναγνωρισμένους της γενιάς του, με 58 εκθέσεις στο ενεργητικό του, λάτρης της Λέσβου, την οποία έχει επιλέξει ως τόπο της εξοχικής του κατοικίας για σχεδόν 30 χρόνια και την έχει προβάλλει πολλές φορές με φωτογραφίες και άρθρα του, μιλά χωρίς περιστροφές, ωραιοποιήσεις και καλοπιάσματα.
Έχετε συναντήσει και συνομιλήσει με μερικούς από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους συγγραφείς και ανθρώπους της Τέχνης της Ελλάδας και του κόσμου, όπως με το Μαρκές, το Άλμπι, το Φουέντες, το Βιντάλ, το Φράνζεν, τον Τζεφ Κουνς, τη Λουίζ Μπουρζουά, το Γκόρπας, τον Πούλιο, το Βαρβέρη, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, τον Κοντό κ.ά. Ποιες δυσκολίες έχει η φωτογράφιση ενός τέτοιου ανθρώπου;
«Όλοι αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι, ήταν -γιατί εντωμεταξύ κάποιοι έχουν πεθάνει- ή είναι φίλοι μου. Έχουμε συναντηθεί σε σπίτια γνωστών ή σε κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως δηλαδή γίνονται οι γνωριμίες σε κάθε μικρή ή μεγάλη κοινωνία. Όπως, για να φέρω ένα παράδειγμα, στην κοινωνία της Μυτιλήνης γνωρίζει ο ένας τον άλλον έτσι γίνεται και στην κοινωνία των διασήμων. Μόνο που αυτές οι δύο κοινωνίες είναι δύσκολο να συνυπάρξουν, γιατί τις χωρίζουν μεγάλες διαφορές και δεν τις συνδέει σχεδόν τίποτα το κοινό. Και αν μπορούν οι διάσημοι να κατανοήσουν τα προβλήματα ενός, ας πούμε, μέσου Μυτιληνιού, είναι βέβαιο πως ο μέσος αυτός συμπατριώτης σας όχι μόνον δε θα μπορέσει να καταλάβει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας συγγραφέας ή ένας καλλιτέχνης, αλλά μπορεί και να τα χλευάσει. Γιατί πρόβλημα δεν είναι μόνον το πώς θα βγει ο επιούσιος, αλλά πώς θα γίνει καλύτερος αυτός ο κόσμος. Και σ’ αυτόν τον κόσμο, αν υπάρχει κάτι που τον ομορφαίνει, αν υπάρχει κάτι για να θαυμάσεις και να απολαύσεις, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στους λογοτέχνες-διανοούμενους και τους καλλιτέχνες. Επομένως, δεν αντιμετώπισα ποτέ καμιά δυσκολία προκειμένου να συναντήσω και να φωτογραφίσω έναν από αυτούς τους σημαντικούς, σε ελληνικό ή διεθνές επίπεδο, ανθρώπους. Για να καταλάβετε ο Έντουαρντ Άλμπι, που θεωρείται πολύ δύσκολος άνθρωπος, μου ζήτησε ο ίδιος να τον φωτογραφίσω και ανταποκρίθηκα με μεγάλη χαρά. Από εκείνη μάλιστα την ημέρα, 14 χρόνια τώρα, μας συνδέει θερμή φιλιά. Το ίδιο έγινε και με έναν άλλο μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα, τον Έντμουντ Γουάιτ. Και επειδή φαίνεται ότι τους φωτογραφίζω ωραίους, αυτή μου η ικανότητα ίσως να είναι και το δια βίου διαβατήριό μου για το πηγαινέλα στη διεθνή κοινωνία της Τέχνης! Μην ξεχνάτε πάντως ότι, λόγω των έργων μου, υπάρχω για πολλά χρόνια στο διεθνή χώρο και πως ζω μεγάλα διαστήματα στη Νέα Υόρκη, που είναι το κέντρο του κόσμου και το πέρασμα πολλών “μεγάλων”. Έτσι, λίγο πολύ οι ενδιαφερόμενοι με γνωρίζουν».
Τι είναι αυτό που κάνει μια φωτογραφία ξεχωριστή;
«Νομίζω πως υπάρχουν αρκετά είδη “ξεχωριστών” φωτογραφιών. Άλλη φωτογραφία εντυπωσιάζει τον άσχετο μικροαστό, άλλη τον άσχετο αστό και εντελώς άλλη το σχετικό με την Τέχνη και τη φωτογραφία. Αυτή που ξεχωρίζει στα μάτια του σχετικού με την Τέχνη ανθρώπου πρέπει να έχει καταρχάς πρωτότυπο θέμα και όχι κοινό και τετριμμένο, να μη δείχνει δηλαδή γυφτάκια, άστεγους, περιστέρια, μισογκρεμισμένα σπίτια κ.ά., που είναι ό,τι πιο εύκολο μπορεί κανείς να φωτογραφίσει. Αυτή η κατηγορία φωτογραφιών αφορά κυρίως το φωτορεπορτάζ. Η καλλιτεχνική φωτογραφία πρέπει να είναι έργο Τέχνης. Και αυτή δε γίνεται με ένα κλικ ενός φτηνού κινητού, αλλά με επίπονη εργασία, που απαιτεί πολλές δοκιμές και πολλές ώρες για να ολοκληρωθεί».
Καλλιτεχνική φωτογραφία
Η καλλιτεχνική φωτογραφία διδάσκεται; Ή μήπως αρκεί η γνώση της τεχνικής, που μπορεί να μεταδοθεί από έναν μάστορα του είδους;
«Η γνώση της τεχνικής είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί για να γίνει καλλιτεχνική η φωτογραφία. Όπως σε όλα τα είδη της τέχνης, το “καλλιτεχνικό” είναι η ανεπανάληπτη συνεισφορά του καλλιτέχνη και είναι “προϊόν” της έμπνευσης, που δε διδάσκεται. Αντίθετα με τη λογοτεχνία, όπου κάτι τέτοιο είναι εύκολα αναγνωρίσιμο και σαφές, στη φωτογραφία σήμερα επικρατεί μεγάλη σύγχυση, κυρίως λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, όπου τα προγράμματα και οι αυτοματισμοί στις σύγχρονες ψηφιακές μηχανές κάνουν τα προϊόντα αδαών να φαίνονται στους αδαείς “καλλιτεχνικά”».
Η δουλειά σας για τον Καβάφη ήταν μια μοναδική φωτογραφική εικονογράφηση κάποιων ποιημάτων του μεγάλου Αλεξανδρινού. Η «American Library Association» το κατέταξε στα 10 ωραιότερα βιβλία του 2011. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα και ποιες δυσκολίες συναντήσατε;
«Ξεκίνησε ως παραγγελία από έναν εκδότη για μια μικρή, συλλεκτική έκδοση, αλλά στην πορεία έγινε αυτό το πολυσέλιδο βιβλίο, που πολλοί το χαρακτήρισαν “άθλο”, γιατί δεν είναι δα και τόσο εύκολο να σκηνοθετήσεις 70 φωτογραφίες για ισάριθμα ποιήματα και να καταφέρνεις να συνυπάρχουν στο ίδιο βιβλίο προσωπικότητες των γραμμάτων και των Τεχνών μαζί με μοντέλα και λαϊκά παιδιά. Όσον αφορά τους διάσημους που συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο, δεν είχα μαζί τους καμιά ουσιαστική δυσκολία, ήταν απόλαυση η συνεργασία μας και τη χαρήκαμε αμφότεροι. Με μερικούς άσχετους νέους είχα κάποιες δυσκολίες και κυρίως με τα επαγγελματίες μοντέλα, που δεν ήξεραν την ποίηση του Καβάφη και δεν ήθελαν, ή δε μπορούσαν, να την προσεγγίσουν».
«Πάντα γοητευτική η Λέσβος»
Κάθε φορά που έρχεστε στη Λέσβο δε παραλείπετε να φωτογραφίζετε το νησί που επιλέξατε ως τόπο της εξοχικής σας κατοικίας. Μετά από τόσα χρόνια σάς γοητεύει ακόμα;
«Με γοητεύει πολύ. Και αν μερικοί από τους κατοίκους της ήσαν αλτρουιστές, πολιτισμένοι, φιλόξενοι, δε ρύπαιναν τον τόπο με τα σκουπίδια τους και προστάτευαν τις ομορφιές του, το νησί θα ήταν περισσότερο διάσημο και επιθυμητό. Ίσως τότε ο κύριος Τσίπρας να είχε μάθει πως η Μυτιλήνη είναι η πρωτεύουσα της Λέσβου! Φωτογραφίζω τοπία του νησιού τουλάχιστον 28 χρόνια. Συχνά μάλιστα φωτογραφίζω το ίδιο θέμα ξανά και ξανά, ακόμα και μέσα στην ίδια χρονιά, γιατί σπάνια είμαι ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Έτσι μπορεί να έχω φωτογραφίσει το ίδιο τοπίο δεκάδες φορές και να συνεχίζω να το κάνω μέχρι να πετύχω τη φωτογραφία που θα μου αρέσει. Κι αυτό δε συμβαίνει μόνον τώρα, που οι ψηφιακές λήψεις δε στοιχίζουν τίποτα, αλλά και τότε που φωτογράφιζα με φιλμς και τα έξοδα ήταν πολύ μεγάλα. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωγραφική μου. Μερικές φορές κάποιοι νομίζουν πως ξανακάνω τον ίδιο πίνακα από ευκολία ή από έλλειψη νέων ιδεών. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι ο ίδιος πίνακας, αλλά παραλλαγές του, ώσπου να γίνει εκείνος, ο τελευταίος, που θα με ικανοποιήσει. Πρέπει πάντως να σας πω ότι κι αυτή η ικανοποίηση καμιά φορά μπορεί να είναι πρόσκαιρη και μερικά χρόνια μετά να μη μου αρέσει αυτό που ζωγράφισα και να το ξαναφτιάξω πάλι απ’ την αρχή, να του προσθέτω καινούρια στοιχεία ή να του αφαιρέσω κάποια».
Τον τελευταίο χρόνο η Λέσβος έχει αποσπάσει την προσοχή και το ενδιαφέρον πολλών διασήμων καλλιτεχνών εξαιτίας του προσφυγικού. Το θεωρείτε σημαντικό;
«Ασφαλώς. Πρόκειται για μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για διαφήμιση του νησιού αλλά και για προβολή του τεράστιου προβλήματος που είναι το μεταναστευτικό-προσφυγικό. Αν πάντως ο Αϊ Γουέι Γουέι δημιουργήσει, όπως δήλωσε, και προσφέρει ένα μνημείο στη Λέσβο και οι αρχές το δεχτούν, αυτό θα είναι πραγματικά πολύ σπουδαίο. Να είσαστε σίγουρος πως τότε θα δούμε, και θα γελάσουμε, με τις αντιδράσεις των άσχετων που δεν έχουν ιδέα για τη σύγχρονη Τέχνη και προπαντός για τη δουλειά του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη».
Το χρηματιστήριο της Τέχνης
Έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και φωτογραφίες σας πουλιούνται σε Ελλάδα και εξωτερικό σε πολύ υψηλές τιμές. Τι είναι αυτό που διαμορφώνει την τιμή ενός έργου τέχνης; Υπάρχουν υπερτιμημένοι καλλιτέχνες; Στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια της κρίσης πώς κινείται η αγορά;
«Αντιλαμβάνεσθε πως, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν να φάνε, δε θα αγοράζουν έργα Τέχνης. Αντιθέτως, θα προσπαθούν να τα πουλήσουν και αυτό θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στην αγορά. Δυστυχώς, οι πρώτοι που επλήγησαν από την κρίση, που δημιουργήθηκε από μερικούς ξεδιάντροπους, εγκληματίες πολιτικούς, είναι οι καλλιτέχνες. Οι τιμές των έργων Τέχνης διαμορφώνονται ανάλογα με τη ζήτησή τους. Όταν η ζήτηση πέσει, τότε πέφτουν και οι τιμές. Στις δημοπρασίες η επιθυμία κάποιων να αποκτήσουν ένα σπάνιο έργο μερικές φορές ανεβάζει την τιμή του στα ύψη, χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται πάντοτε και στην πραγματικότητα. Και αυτό το αντιλαμβάνονται οι συλλέκτες όταν στο μέλλον βρεθούν σε δύσκολη θέση και θελήσουν επειγόντως να το πουλήσουν. Είχα κάποτε εκφράσει δημόσια την απορία μου για έναν Έλληνα που αγόρασε έναν Γύζη σε αστρονομική τιμή. Ε, όταν με την κρίση ο άνθρωπος χρεοκόπησε, δε μπόρεσε να εισπράξει ούτε το 1/10 των χρημάτων που είχε ξοδέψει».
Σας έχουν χαρακτηρίσει ως έναν από τους πιο εμβληματικούς εκπροσώπους του σουρεαλισμού στη ζωγραφική. Τι είναι ο υπερρεαλισμός για σας; Πόσο σουρεαλιστής είσαστε στην προσωπική σας ζωή;
«Προσέξτε, δεν ξυπνάω το πρωί σκεπτόμενος με ποια σουρεαλιστική ή μετασουρεαλιστική πράξη θ’ αρχίσω τη μέρα μου. Εκφράζομαι αυθόρμητα ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης και η ζωή μου δεν είναι ανεξάρτητη από τη δουλειά μου. Τη ζωή μου την κυβέρνησε και την κυβερνάει σε μεγάλο βαθμό η επιθυμία για δημιουργία και το όνειρο, γι’ αυτό δεν κατάφερε ποτέ να γίνει κανονική. Αν αυτό θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει και σουρεαλιστική, το αφήνω σε άλλους να το κρίνουν...».
Ποιοι είναι οι προσωπικοί σας μύθοι στο χώρο της τέχνης;
«Ο ρεαλισμός της φαντασίας είναι ο ανυποχώρητος προσωπικός μου μύθος, τόσο στη ζωγραφική όσο και στη φωτογραφία».
Το μακρύ ταξίδι στην Τέχνη
Έχετε συμπληρώσει 50 χρόνια θητείας στην τέχνη, ξεκινώντας ως αυτοδίδακτος και εξελισσόμενος ως ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες καλλιτέχνες στην Ευρώπη και στην Αμερική. Τι σας έδωσε αυτό το ταξίδι στην τέχνη;
«Χαρά και δύναμη για να συνεχίζω να ζω και να ξεπερνάω τις δυσκολίες της ζωής. Δυσκολίες που τις περισσότερες φορές τις δημιουργούν οι ίδιοι οι συνάνθρωποί μας. Στην Ελλάδα, όπου η πίτα είναι μικρή, οι σκύλοι είναι περισσότερο εξαγριωμένοι. Ο φθόνος του αποτυχημένου και του ασήμαντου είναι πανταχού παρών, δεν ξέρεις πότε θα σε αιφνιδιάσει και πρέπει να είσαι πάντοτε έτοιμος να τον αποκρούσεις. Γι’ αυτό και ηρεμώ όταν βρίσκομαι εκτός Ελλάδος, γιατί σε κανέναν από αυτούς που συναναστρέφομαι δε λείπει τίποτα και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει.
Χώρα χωρίς ελπίδα
Ζώντας μεταξύ Μυτιλήνης, Αθήνας και εξωτερικού, πώς βλέπετε τη χώρα αυτά τα χρόνια της κρίσης; Τι νομίζετε ότι φταίει και οδηγήθηκαν τα πράγματα σε αυτήν την πολυδιάστατη χρεοκοπία; Υπάρχει δίοδος ελπίδας;
«Καταρχάς, υπάρχει έλλειψη εμπνευσμένων, ταλαντούχων και τίμιων πολιτικών, αλλά φταίνε και οι ψηφοφόροι που στην πλειοψηφία τους δεν ξέρουν ποιον και γιατί ψηφίζουν. Δεν ψηφίζουν για το καλό του τόπου και των συνανθρώπων τους, αλλά ψηφίζουν αυτόν που τους υποσχέθηκε ότι θα τους διορίσει για να κάθονται και να εισπράττουν υψηλούς μισθούς χωρίς να δουλεύουν. Ψηφίζουν αυτόν που λέει τα περισσότερα ψέματα και υπόσχεται πράγματα που δε θα μπορέσει ποτέ να τους δώσει. Η πλειοψηφία των ψηφοφόρων, ιδίως των σημερινών νέων ανέργων, είναι χαβαλετζήδες, απόδειξη η εκλογή Λεβέντη, κακομαθημένοι τεμπέληδες, ανεύθυνοι, αδιάφοροι και τόσο αμόρφωτοι, που κανονικά δε θα έπρεπε να ψηφίζουν. Παρακολουθούν δε με πλήρη αναισθησία την καταστροφή της χώρας, που οφείλεται στην πιο ανίκανη και πιο παλαβή κυβέρνηση που έχει περάσει ποτέ, με σημαιοφόρο τον απερίγραπτο Βαρουφάκη, και είναι, τάχα μου, αριστερή, λαϊκή, την ώρα που το μισό υπουργικό συμβούλιο αποτελείται από εκατομμυριούχους και μάλιστα φοροφυγάδες! Δυστυχώς, οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους έχουν ένα χωράφι και δύο κότες για να ζήσουν και αδιαφορούν αν όλοι οι άλλοι καταστρέφονται, επειδή εκείνοι ψήφισαν τους πλέον ακατάλληλους. Όχι, δε βλέπω καμιά ελπίδα και, για να επανέλθω στους πολιτικούς, δε βλέπω κανέναν, από καμιά παράταξη, ικανό να αναλάβει τη χώρα, είναι όλοι κατώτεροι των περιστάσεων. Είμαι απελπισμένος και, όπως οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που γνωρίζω, δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα, γιατί είμαστε η μειοψηφία. Έχω ακούσει ψηφοφόρους να λένε ότι ψηφίζουν τον τάδε, γιατί είναι όμορφος, ή δεν ψηφίζουν το δείνα, γιατί είναι χοντρός. Έτσι λοιπόν ο τρομακτικός όχλος ψηφίζει και αποφασίζει για τη χώρα και τη μοίρα της!».
http://www.quarterly-review.org/?tag=dimitris-yeros
Posted on March 25, 2013 by Derek Turner
=============================
“Harbours hitherto unseen” –
the charm of Constantine Cavafy
DEMETRIS DEMOPOULOS reviews a lavish tribute to the great Greek poet
Shades of Love: Photographs Inspired by the Poems of C. P. Cavafy
Dimitris Yeros, Insight Editions, Athens, 2012, hardback, 168pps., 60 Euros
Many of his poems are highly personal, and he also wrote many explicitly erotic poems. His work is both a glorification of the human body and its pleasures, and elegiac of love and death. Cavafy was also an avid student of history, particularly of the Hellenistic age, and so in his poems there is a plethora of references to events from this period. His language and his manner were his own inventions, reflecting both his temperament and his vast knowledge of the ancient civilisation.
For those who are unfamiliar with his oeuvre, it might be useful to give examples of two of his best-known poems, starting with “Ithaca” (all poems translated by David Connolly):
As you set out for Ithaca,
Hope that the journey is a long one,
Full of adventures, full of learning.
Of the Laestrygonians and Cyclopes,
Of wrathful Poseidon have no fear,
You’ll never meet such like on your journey,
If your thoughts remain lofty, if noble sentiments
Grip your body and spirit. You’ll never encounter raging Poseidon,
Laestrygonians and Cyclopes, unless you bear them in your soul,
Unless your soul sets them before you.
Hope that the journey is a long one.
That the summer morns be many when with what delight, what joy
You enter harbours hitherto unseen; that you stop in the Phoenician markets
And acquire fine merchandise, nacre and coral, amber and ebony,
And all kinds of heady perfumes as you can; that you visit many Egyptian cities,
To learn and learn from the erudite.
Always keep Ithaca in mind.
To arrive there is your destination.
But in no way rush the voyage. Better for it to last many years; and for you
To berth on the isle an old man, rich with all you gained on the journey,
Without expecting Ithaca to give you riches. Ithaca gave you the wonderful
Voyage. Without her you would not have begun the journey. Yet she has nothing more to give you.
“And though you may find her wanting, Ithaca has not deceived you.
Wise as you’ve become, with such experience, you’ll have already understood what these Ithacas mean.
Another perennial favourite is “Thermopylae”:
Honour to those who in their lives resolved to defend some Thermopylae.
Never wavering from duty; just and forthright in all their deeds,
But with pity and compassion too; generous whenever rich, and when
Poor, still generous in smaller ways, still helping all they can; always speaking the truth, yet without hatred for those who lie.
And still more honour is their due, when they foresee (and many do foresee)
That Ephialtes will eventually appear, and the Medes will, in the end, get through.
Dimitris Yeros is a renowned painter and innovative artist. His photographs have been shown in many exhibitions in Greece and abroad, mainly in the USA. In his latest book, he presents selected Cavafy poems that have been elegantly Englished by David Connolly of the Aristotle University of Thessaloniki, paired with an image that complements that poem. There are nearly seventy photographic illustrations using a mixture of models and fellow members of the artistic community. The overall effect is one of great visual richness.
Edward Albee, one of the most important contemporary American dramatists (best known for Who’s Afraid of Virginia Woolf?, The Zoo Story, The Sandbox, and The American Dream) has written the foreword and the introduction is by American poet and arts reviewer John Wood. Albee writes:
I remember I began reading Cavafy when I was quite young – when all the juices which sprang from his poetry were within me as well. I read him in translation, of course, and, first, in imperfect readings; then as the equivalencies improved, in better versions of the original. In whatever readings, I found his poetry so vivid, so personal, so beautiful, so powerful that I was aware of being in the presence of a great poet, one whose concerns echoed mine and whose mastery was thrilling.
Most of the poems are enhanced with photographs of nude handsome young men where they play with the theme of desire and memory. Homoeroticism, intrigue, humour, hedonism and despair are everywhere in the book. However, among Yeros’s models are prominent members of the artistic community such as Jeff Koons, Gabriel Garcia Marquez, Gore Vidal, Tom Wesselmann and Clive Barker, Olympia Dukakis, Carlos Fuentes and Naquib Mahfuz. These notable names come from Yeros’s idea to use “people from the world of letters and the arts…who knew and admired Cavafy’s poetry”.
The translated poems are each set at the centre of a huge white page and accompanied by full page illustrations. David Connolly has made worthy efforts to translate in a way that is both distinctive and artistic. Cavafy’s use of the Greek language was rather bizarre and he has a reputation of being difficult to translate.

Inside the book there are many fine combinations of poems and photos. On page 60 is “The souls of old men” –
In their aged, wasted bodies dwell the souls of old men.
How pitiful the poor things are and how weary of the wretched life they lead.
How they tremble lest they lose it and how they cherish it
These confounded and contradictory souls – so tragicomical – that dwell
In their aged, ravaged hides.
The poem is accompanied by a characteristic photo of five old men at Pamfila (Lesbos Island) full of wrinkles, staring compassionately into the lens.
In another example (p. 118), “Supplication” describes the prayer of a sailor’s mother to the Virgin Mary for the safe return of her son. However,
The sea took a sailor to its depths. –
Unaware, his mother goes and lights a long candle to the Holy Virgin
for his swift return and for fair weather – and always she has her ear
to the wind. But while she prays and supplicates, the icon listens grave and
sorrowful, knowing the son she awaits is not coming back.
To accompany the poem, Yeros has chosen the Oscar-winning actress Olympa Dukakis in typical Mediterranean costume, complete with black kerchief, holding a long candle while her face wears a sorrowful expression.
One of my favourite poems is “Che Fece…Il Gran Rifiuto” (“for some people there comes a day when they are obliged to say either Yes or No”).
For some people there comes a day
when they are obliged to say either Yes or No.
It is immediately clear who has the Yes ready within, and saying it goes
far beyond to honour and conviction.
Refusing, the other has no regrets. If asked again,
he would still say no. And yet he is beset by that no – the right one – throughout his life.
Cavafy has borrowed the phrase from Dante’s Divine Comedy. The precise phrase is “Colui Che fece per viltate il gran rifiuto” (“the refusal to life that is worthy of eternal damnation” – an allusion to Celestine who became Pope in 1294 and abdicated five months later, saying “the great No”). Dante sees this as an act of cowardice, but Cavafy sees it as honourable. Yeros has chosen an enigmatic illustration of the late Gore Vidal, one of the “Popes” of American literature, as accompaniment.
Cavafy himself divided his poetry into three thematic areas: historical, philosophical and sensual, with the hedonistic as a sub-category of the sensual. Although the sensual theme is dominant in Yeros’s book, the reader will find much value in the other two areas of Cavafy’s poetry, the historical and the philosophical. Perhaps we should consider this book as a first step into Cavafy’s mythical world. As he wrote in “First Step” in 1910:
Even though you stand on the first step, you still ought to be proud and happy. To have come so far is no small matter; to have done so much is great glory.
DEMETRIS DEMOPOULOS writes from Athens